Από την Αθήνα στο αεροδρόμιο «Μπαράχας» της Μαδρίτης. Το ένα μάτι στο «Ντουέντε» του Φεντερίκο, το άλλο στη Μεσόγειο. Η Κυρία φοράει ρούχα μάλλον φθινοπωρινά, με σύννεφα στους ώμους της, να σχηματίζουν εδώ μια μικρή Λέσβο, εκεί δυο αντικριστούς εραλδικούς λέοντες, έναν άγγελο με ρομφαία – να φταίνε οι αναταράξεις;
Ουράνια τόξα σε επάλληλους κύκλους, το φως, μικρό παιδί, παίζει τα χρωματιστά του τσέρκια πάνω από τη Σαρδηνία και γελά σαρκαστικά στα αεροπλάνα που πετούν.
Οι ισπανικές ακτές στην περιοχή της Βαλένθια, βουνά μαυροπράσινα -ποιοι ανθρακωρύχοι να ‘χουν αφήσει εδώ τη νιότη τους. Υστερα κάμποι, μετόχια με εκκλησιές που απότομα διακόπτονται από εγκαταστάσεις του σύγχρονου πολιτισμού: Μαδρίτη, αρχόντισσα αποικιοκράτισσα φασκιωμένη στα μεταμοντέρνα τσουράπια της. Κι εγώ η αφελής να ψάχνω τη μορφή του Ποιητή, να τον καλώ, να θέλω να τον νιώσω.
Το λεωφορείο πιάνει την εθνική Ε25 και κατεβαίνει την περιοχή της Μάντσα. Ατέλειωτες πεδιάδες, θερισμένα χωράφια σε τόνους σκληρού κίτρινου του Βαν Γκογκ.
Στα υψώματα στερεωμένοι τεράστιοι μεταλλικοί ταύροι, έμβλημα για τους τουρίστες του Βορρά που ψάχνουν την πρώτη τους ταυρομαχία.
Στάση για καφέ στο Il Molino. Βρόμικο πάτωμα, αποτσίγαρα βιαστικά πατημένα, μπόχα, βαρύς εσπρέσο και νταλικέρηδες, τα νομίσματα θυμίζουν δεκάρες των παιδικών χρόνων και σε κερδίζουν (το ευρώ του μέλλοντός μας δεν είναι ακόμα εδώ).
Θέλει μεγάλη προσπάθεια να σκεφτείς ότι σε τούτα τα μέρη τριγυρνούσε η οστεώδης μορφή του Δον Κιχώτη με τον χοντρούλη Σάντσο να ψάχνουν τη Δουλτσινέα.
Μόνο μακριά καθώς πλησιάζουμε τα όρια της Ανδαλουσίας, κάτι ερειπωμένοι ανεμόμυλοι γνέφουν πως εδώ, ίσως, γυρνά τα βράδια να ξαποστάσει κάτω από τα σπασμένα φτερά τους ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα [υπαξιωματικός στη γαλεάσσα Μαρκέσα, ήρωας στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου].
«Στο Λεπαντό αχρηστεύτηκε το αριστερό μου χέρι προς δόξαν του δεξιού», θα γράψει αργότερα. Κι ύστερα σιγά σιγά νιώθω πως μένει πίσω -επιτέλους- ο πολιτισμός της Ενωμένης Ευρώπης. Αρχίζουν να ξεφυτρώνουν τα μικρά χωριά και να πυκνώνει η ελιά. Οι λόφοι ανηφορίζουν νωχελικά, στο βάθος βουνά, όμορφα ονόματα στις ταμπέλες, Villa nueva de los infantes, Villa hermosa, Cortijos nuevos. Φανάρια σε παλιούς τοίχους ανάβουν στο μαβί απόβραδο, ψιλοβρέχει κι έχει νυχτώσει όταν πια μυρίζει το πευκόδασος και το βουνό σε υποδέχεται.
Ψάχνεις τον Ποιητή. Λογαριασμός της νιότης κι αυτός. Αυτός που πουθενά δεν βρέθηκε το σώμα του, φρόντισαν καλά οι φασίστες της πολιτοφυλακής να το κρύψουν, αόριστα κάποιοι μάρτυρες δήλωσαν, μήνες μετά την εκτέλεσή του, Αύγουστος δεκαεννιά του έτους 1936, ξημέρωμα κοντά στη ροδαυγή, πως το πτώμα του κειτόταν σ’ ένα χαντάκι στο Καμίνο ντε λα Φουέντε, στη μέση της διαδρομής από Βιθνάρ προς Αλφάκαρ. Χρόνια μετά από εκείνο το ταξίδι καταπιάστηκαν λογής τυμβωρύχοι να σκάβουν, να βρουν, αλήθεια τι, οι ανόητοι, μου φαίνεται όχι απλώς γοητευτικό αλλά απολύτως συμβατό με τη ζωή του Ποιητή, να μην είναι πουθενά θαμμένο το σώμα του. Ακόμη ένας τρόπος να αφήνει ουρανομήκη κραυγή η πανταχού παρουσία του. Και οι επιλογές του.
Οταν πιάσαμε να ανεβαίνουμε τα βουνά της Ανδαλουσίας -Αλ Ανταλούς τη φώναζαν οι Ομεγιάδες όταν έφτασαν εδώ, διωγμένοι από τους Αββασίδες της Δαμασκού- ήταν πια εκεί.
Λες και ζητούσε τούτο το τοπίο, τη δική του κλίνη, για να ζωντανέψουν μέσα μου τα λίγα διαβάσματά μου, σκόρπιοι στίχοι, ύστερα σκηνές ταινιών από τον ισπανικό εμφύλιο, εκτελέσεις και πρόσφυγες να περνούν τα Πυρηναία, μορφές γυναικών, η Πιλάρ του Χεμινγουέι με το πρόσωπο της Κατίνας Παξινού σε κείνο τον αξέχαστο ρόλο, τόσο όμοια με τις ηρωίδες του «Ματωμένου Γάμου» και όλες μαζί τόσο ίδιες με τις δικές μας Μανιάτισσες, τις δικές μας Σφακιανές γυναίκες. Βουνά, λόφοι και πάλι βουνά.
Το δέντρο, η ελιά. Παντού η ελιά. Κοντόχοντρη, περισσότερο ασημένια και λιγότερο πράσινη, με καρπό μαύρο, χυμώδη. Στη σειρά. Σ’ ατέλειωτες σειρές. Χιλιάδες, εκατομμύρια ελιές, στρατιές από ελιές που ανεβοκατεβαίνουν τους λόφους.
Σταματούν εκεί μόνο που το βουνό τις φτάνει. Και γίνονται πεύκα. Γιατί αυτή είναι η μαγεία της Ανδαλουσίας: το σφιχταγκάλιασμα της ελιάς με το πεύκο. Ή πάλι, όχι πάντα σφιχταγκάλιασμα, το όριο απροσδιόριστο, μπερδεμένο.
Φορές φορές μοιάζει με χάδι ή ερωτικό κάλεσμα σε απόσταση ενός μέτρου. Με τάξη: τα πεύκα κατηφορίζουν από τις βραχώδεις βουνοκορφές της Σιέρα και συναντούν τις ελιές, τους δίνουν τη σκυτάλη και αυτές προχωρούν με τη σειρά τους ώς τις αυλές των ανδαλουσιανών χωριών. Ως τα σπίτια τα χαμηλά, το πολύ δίπατα, κεραμόσκεπα σπίτια. Με κήπους, τριαντάφυλλα ανθισμένα στη βροχή, κισσός πιασμένος στην αυλόπορτα, παραθύρια με πλουμιστές σιδεριές.
Γιατί τόσες σιδεριές στα παράθυρα; Γέροντας με το κασκέτο του στην πόρτα παρατηρεί. Buenas dias, τι και αν είναι μεσημέρι; Και ξάφνου έρχεται να συνδράμει η λεύκα. Αραιά και πού, κιτρινισμένη, σπάει το ασημένιο της ελιάς, φωτίζει το πράσινο του πεύκου, υψώνεται, λογχίζει τον νου.
Sierra de Segura, πάει να πει η οροσειρά της σιγουριάς. Γιατί είναι αυτό. Οι πονηροί Ρωμαίοι να ‘ταν πρώτοι που το είδαν έτσι; Εδώ έστησαν τα φυλάκιά τους, στα βουνά της σιγουριάς. Κι ύστερα ήρθαν οι Αραβες. Διωγμένοι και από τον Αιγύπτιο χαλίφη που δεν σήκωνε τις ανταρσίες τους, διαμέσου της βορινής αφρικανικής ακτής Αλ Μαγκρέ(ι)π, «εκεί που δύει ο ήλιος», πέρασαν τον βράχο του Γιβραλτάρ, εκεί που σήκωνε ο Ατλας τους ουρανούς στον ώμο του.
Μαζί τους και οι Εβραίοι, ήρθαν και έμειναν αιώνες. Τι περίεργο και πολύτιμο μάθημα Ιστορίας: μαζί μετοικούσαν οι διωγμένοι λαοί, μαζί μεγαλουργούσαν κι ας είχαν άλλο Θεό. Εχτισαν τα κάστρα τους στις βουνοκορφές της Σιέρα, να ελέγχουν στον βορρά τα σιτοχώραφα της Μάντσα, στον νότο τις πηγές του Γουαδαλκιβίρ και, νοητό ημικύκλιο, τη Χαέν, τη Γρανάδα και την Αλμερία, ώς ανατολικά τη Μούρθια και τα αραγμένα τους καράβια στην Καρθαγένη.
Μπορεί να αγνάντευαν ώς κάτω στη Μάλαγα. Ευλογημένος ο ερχομός τους. Οχι πως δεν θα ποτίστηκε κι αυτός με μπόλικο αίμα, αλλά η Ανδαλουσία δεν θα ‘ταν Ανδαλουσία χωρίς το πέρασμά τους.
Κι αυτό το παρατσούκλι του Αλ Ραχμάν, που η Ιστορία τον κράτησε ως Αβδερραμάν ο Α’ ο μετανάστης, ίσως γιατί, όπως αναφέρει η Αγαθή Δημητρούκα, ήταν ο ποιητής που έγραψε τον στίχο:
Αχ, φοίνικά μου! Είσαι κι εσύ, όπως κι εγώ,
ξένος στη Δύση, μακριά από την πατρίδα σου.
Τον ερχομό των Ομεγιάδων τον νιώθεις, τον εισπράττεις στα περίτεχνα και συνάμα ανάλαφρα κάστρα τους, στο πάθος της γραφής του Λόρκα, στο πάθος των πινάκων του Ανδαλουσιανού Πικάσο, στις γυναικείες μορφές των ταινιών του Μπουνιουέλ.
Το νιώθεις, με όλες τις αισθήσεις και πιο πολύ με εκείνη την έκτη, πως τούτος ο τόπος στάθηκε ακόμα μια μήτρα όπου συναντήθηκε το «εμείς» των ντόπιων της Ιβηρικής με το «άλλο» των φυλών της Ανατολής παράγοντας πολιτισμό και δίνοντας πνοή στους αιώνες. Μάθημα πολύτιμο – ποιον να ενδιαφέρει πια…
Σ’ άρεσε η πολιτεία σταλαματιά-σταλαματιά,
που σμίλεψε το νερό καταμεσής στα πεύκα;
ρωτάει ο Λόρκα στα «έντεκα σονέτα του σκοτεινού έρωτα». Και, πώς ήρθε η ομίχλη, αραιά σύννεφα που έγιναν σκοτεινά αγκάλιασαν πρώτα το κάστρο και σε λίγα λεπτά την κωμόπολη της Segura, χάθηκαν οι κάμποι με τις ελιές και το βουνό με τα πεύκα, κολυμβητές των νεφών, άυλοι και μετέωροι σε μεσαιωνικά σοκάκια – ώσπου ήρθε η βροχή. Δυνατή, βίαιη, καθαρτική.
Χαρμολύπη, μια γλύκα έντονη σαν ανατριχίλα, εκείνο το τρέξιμο, να χωθούμε στις πόρτες των σπιτιών και τα ανοίγματα του κάστρου, μιαν αγκαλιά η πέτρα, το παλιό ξύλο τους.
Την άλλη μέρα τα ρυάκια είχαν φουσκώσει και τα βουνά, αυτά τα ίδια τού χθες, φρεσκοπλυμένα. Τρεις μέρες από βουνοκορφή σε κάμπο και πίσω ξανά, τρεις ημέρες, άλλοτε με τα πόδια, ω, ευλογημένο περπάτημα, άλλοτε με το βαν στην κορφή της Sierra, ενοχλημένοι οι αετοί και τα όρνια τ’ ουρανού και κάτω οι πηγές του ποταμού.
Σκοτάδι ακόμα κι ο μεσήλικας ταξιτζής ήρθε με το τσιγάρο στο στόμα, χοντρό πουκάμισο, μάλλινο κασκέτο, αργασμένα χέρια, σαν τον Ζαν Γκαμπέν σε ταινία του Μεσοπολέμου. Γραμμή για Siles.
Οδηγεί επικίνδυνα στον στριφογυριστό δρόμο – τον ξέρει σαν τη χούφτα του. Το βουνό σκαρνεύεται με το πρώτο, μουντό φως και το χιονόνερο αναδεύει τα φύλλα της ελιάς.
Στο λεωφορείο της γραμμής πέντε επιβάτες, δυο γέροι Ανδαλουσιάνοι, δυο Ελληνίδες με τον συνοδό τους, ραντεβού οι τρεις τους με τον Πικάσο στη Μαδρίτη.
Μιλούν οι ντόπιοι πολύ, διηγούνται ιστορίες, γλώσσα τραγουδιστή, δένει με το τοπίο, με τις στάλες της βροχής που τρυφερά γλιστρούν στο τζάμι.
Ο οδηγός βάζει την κασέτα του στο μαγνητόφωνο. Να το: Τι είναι λοιπόν οι συμπτώσεις; Παιγνίδια της τύχης; Εμείς τις προκαλούμε; Μεταφυσικές ακροβασίες;
Γιατί ο οδηγός του λεωφορείου της εταιρείας Sepulvedana S.A., όνομα που ευθέως παραπέμπει στον αγαπημένο Λουίς Σεπούλβεδα, στο πρώτο δρομολόγιο από Σεγούρα για Μαδρίτη εφτά το πρωί, ώρα πατρίδας του Λόρκα, έχει διαλέξει να ακούσει… εκεί στη σκάλα την πλατιά… εβραίοι κι αντάρτες προχωρούν… και φανερώνεται το Γελαστό παιδί των Ισπανών με τις κάννες των όπλων στραμμένες πάνω του, το μελαψό πρόσωπο αναδύεται, σταγόνες και μικρές νεροσυρμές στο νοτισμένο τζάμι, είναι οι ανάσες και η βροχή που κατευθύνουν τις αισθήσεις…
Α, πόσο δύσκολο να ξεφύγουμε από τους μύθους. Αραγε, μας παίρνουν στο κατόπι ή τους κουβαλάμε πάνω μας φυλαχτό;
Η στερνή εικόνα της Ανδαλουσίας είναι στη Valdepenas, το κτίριο της Γουάρδα Σιβίλ κλειστό αλλά η πινακίδα «Ολα για την πατρίδα» φιγουράρει στην πρόσοψη ακόμη, ένας εμφύλιος δεν είναι παίξε-γέλασε, καθώς μια παρέα αγουροξυπνημένων σχολιαρόπαιδων την προσπερνά: μουτράκια δροσερά, με τη σάκα στην πλάτη, τρέχουν να προλάβουν το πρώτο κουδούνι, τρέχουν, ν’ αφήσουν πίσω τους παλιές δυσβάσταχτες ιστορίες, τρέχουν στο μέλλον των δικών τους ιστοριών.
Το τοπίο αλλάζει στη Μάντσα. Νταλίκες ανταγωνίζονται στη λεωφόρο το εξαϋλωμένο άλογο του ήρωα Δον Κιχώτη, κι ο οδηγός κουρασμένος ανοίγει τώρα την τηλεόραση.
Το κανάλι προβάλλει γνωστή αμερικάνικη φαρσοκωμωδία μεταγλωττισμένη και οι δυο νεαρές συνεπιβάτιδες που μπήκαν στην Ορθέρα ανακράζουν αμερικανιστί ja!
Ο δρόμος για τη Μαδρίτη περιστοιχίζεται από γνωστές αλυσίδες σούπερ-μάρκετ και υπερκαταστήματα αυτοκινήτων. Φεντερίκο, είσαι εδώ; ανόητα ρωτάω.
Ξέρω, αργά διαλύεται ως στήλη καπνού, η οπτασία του απορροφάται από έναν ήλιο με δόντια, ένας τσιγγάνικος καταυλισμός με αυτοσχέδια παραπήγματα, μπλόκους, σανίδες, πλαστικά και τολύπες καπνού από σόμπες μέσα στις λάσπες του κουνά το μαντίλι.
Κι ύστερα, πολυώροφες εργατικές κατοικίες στα περίχωρα και γυναίκες ξεφορτώνουν τα ψώνια του Σαββάτου. Αποχαιρετισμός.
