Στο γενικής απεύθυνσης ερώτημα «έχουν εντοπιστεί νέες δομές “βιοεξουσίας;”», η απάντηση θα μπορούσε να είναι η εξής: O κοινωνικός βίος, στο πλαίσιο των πολιτικών του θεσμών, παράγει κάθε φορά το «σύστημα των βιοεξουσιών» του. Ιδίως με τη συνδρομή των επιτεύξεων της Βιολογίας και κατά τον τρόπο που αυτές εφαρμόζονται και εκλαϊκεύονται. Ο,τι λοιπόν αφορά τον έλεγχο του ανθρώπινου όντος, ήδη πριν από τη σύλληψή του και μετά τον θάνατό του, με την αξιοποίηση και την κληροδοσία των ζωτικών του οργάνων, συνιστά το πεδίο εκδίπλωσης της «Βιοπολιτικής» («Biopolitics»).
Το οικείο πρόσχημα είναι επίσης γνωστό: πρόκειται για τη ρύθμιση της «ασφάλειας» και της «ευημερίας» των ανθρώπινων ζωών. Κι εδώ εμφιλοχωρεί η επαληθευόμενη κάθε φορά αξίωση: «η γνώση είναι δύναμη», η οποία ωστόσο δεν επιτελείται στον πύργο μιας εξουσίας που εμφανίζεται ως μονόλιθος χωρίς ρωγμές. Για παράδειγμα, η συγκρότηση των υποκειμένων ως υπηκόων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα εγκλεισμού και «αγοραφοβίας», αλλά και διακύβευμα στο ενιαίο τρίπτυχο οικονομία, πολιτική και πολιτισμός, στο οποίο ο «εργαλειακός λόγος» μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από την ανάποδη.
Πώς εκδηλώνεται η διαχείριση της «ετερότητας» στον περίβολο του σχολείου, τόσο στην ανάλωση των συμβολικών αγαθών όσο και κατά την εκδίπλωση της καθημερινής πρακτικής των φορέων της εκπαίδευσης; Το σχολείο ήταν και παραμένει «αγοραφοβικός» θεσμός, αν με τον όρο «πολιτική της αγοραφοβίας» (1987) εννοηθεί η χειραγώγηση της προσωπικής ζωής που υποβάλλουν οι θεσμοί του κράτους.
Η συμβολική βία επιμερίζεται τόσο στην αδυναμία να βγούμε μόνοι μας στον δρόμο όσο και στην ανάγκη, εφόσον ο συνεχής εγκλεισμός εγκυμονεί απροσμέτρητους κινδύνους, ενός οδηγού στα βήματά μας, με τα οποία δημοσιοποιούμε στάσεις και αποφάσεις.
Η επίτευξη της αυτοδυναμίας όσων μετέχουν στο (εκ)παιδευτικό γίγνεσθαι ως «διδασκόμενοι» θα μπορούσε να εκληφθεί ως εκδοχή χειραφέτησης. Το ζητούμενο είναι πώς με τους δασκάλους θα επιτύχουμε μια στάση χωρίς δασκάλους. Ή, από την άποψη του «τέλους», πώς θα κινηθούμε εντελώς χωρίς αυτούς. Μόνο που η παιδαγωγική της αναζήτησης εκδιπλώνεται, στον βαθμό που φέρουν αποτέλεσμα αυτές οι προκείμενες, ως στρατηγική της απελευθέρωσης από «πρότυπα» και μοτίβα ιδεολογικού πειθαναγκασμού, δηλαδή από χειραγωγίες που αποστρέφονται τόσο οι «δάσκαλοι» όσο ιδίως οι «μαθητές» της «καχυποψίας».
Σε κάθε περίπτωση η διαρκής εναλλαγή ρόλων, όταν διδασκόμενοι καταλαμβάνουν επάξια τη θέση των διδασκόντων και τους ξεπερνούν, περιορίζει δραστικά (χωρίς ποτέ να εξαφανίζει) την εξουσιαστική πλευρά των θεσμών μαθητείας και πολλαπλασιάζει τα απρόοπτα που διαφεύγουν από την κανονι(στι)κότητα των λειτουργιών τους. Εννοείται ότι οι πτυχώσεις της μαθητείας καλύπτουν το σύνολο της πραγματικότητας και συναφώς ότι η «χειραφέτηση» δεν εξαντλείται στους εκπαιδευτικούς της μηχανισμούς.
Πώς μας εκπαιδεύουν λοιπόν οι μαθητές; Τα νέα μέλη της σημερινής κοινωνίας, με πρόδηλα τα σημάδια της ταξικής και της εθνικής τους καταγωγής, υφίστανται στους εκπαιδευτικούς θεσμούς τη διαδικασία της κοινωνικής τους ένταξης, με λίγο-πολύ προκαθορισμένους ρόλους. Η ηλικία («μικροί»-«μεγάλοι») εγκολπώνεται την κοινωνία ιεραρχία («κάτω»-«πάνω»), όταν σφυρηλατούνται τα συλλογικά «υποδείγματα» (π.χ. του «αυτοδημιούργητου» μεγαλοεστιάτορα) για την εγχάραξη των «ρόλων» και των συναφών αξιολογικών μέτρων που διδάσκει το σχολείο, πριν «βγουν στη ζωή» με την οικείωση των κανόνων και των εξουσιαστικών ρυθμίσεων της συλλογικής διαγωγής.
Βέβαια, η θέση των «νέων» δεν υπήρξε η ίδια στους κόλπους της κοινωνίας κατά την ιστορική της διαδρομή – η αυθύπαρκτη μάλιστα «παιδική ηλικία» άργησε να θεματοποιηθεί, με την οριστικοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος και την περιχαράκωση της αστικής οικογένειας.
Μετά την εκδίπλωση του κινήματος των «νέων», με την έναρξη σχεδόν της δεκαετίας του ’60, η συγκεκριμένη ηλικιακή τους θέση προκύπτει από το σύνολο των σχέσεων που αυτοί αναπτύσσουν με τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές (σχολείο, στρατός, πολιτικά δικαιώματα, δικαιοπρακτείν, γάμος, εργασιακά δικαιώματα κ.λπ.). Σε κάθε περίπτωση η ηλικία της «προετοιμασίας», ώσπου να εισέλθουν ως εργαζόμενοι στον κοινωνικό στίβο, διανύεται στον περίβολο των σχολικών μηχανισμών και της οικογένειας, όπου η τελευταία παραμένει ως εστία αναφοράς και απάνεμο σπήλαιο.
Είναι όμως; Ο μικρός θαυμαστής των κινούμενων σχεδίων «Μικρό μου πόνι», τα οποία είχε αναπαραγάγει με ζωγραφιές στη σχολική του τσάντα, δηλαδή στην καθημερινή του «ταυτοποίηση», υπέστη διαρκή ενδοσχολική παρενόχληση. Και τούτο χωρίς να την αποτρέψει ο διευθυντής του σχολείου και αντίστοιχα οι γονείς του που δεν είχαν έγκαιρα αντιληφθεί τι συνέβαινε στο παιδί τους.
Ενα ακόμη «επεισόδιο» στη θεατρική σκηνή με το έργο του Paco Bezerra: Το μικρό πόνι που στο Θέατρο του Νέου Κόσμου αποδίδουν με εξαιρετική επιτυχία η Ρηνιώ Κυριαζή και ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος. Οπως σημειώνει η «Irene» στον Χάιμε: «Χωρίς εμείς να το πάρουμε είδηση, το σπίτι μας έπαψε πια να είναι μια οικογενειακή εστία… και μετατρέπεται σιγά σιγά σε κάτι άλλο».
* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
