Αλεξάνδρα Μητσιάλη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είχες καιρό να περάσεις από ‘κει και ανηφόρισες μια Κυριακή του Γενάρη, πραγματικό ανοιξιάτικο διάλειμμα, στον δρόμο με τα παλαιοπωλεία, στην Παλιά Οβριακή μιας άλλης εποχής, εκεί που κατοικούσε ο Γιώργος Ιωάννου πιτσιρικάς, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας μιας εξολόθρευσης για την οποία ήταν, προς τιμήν του, από τους λίγους που μίλησε.

Ανεβαίνεις, και μόνο προς στιγμήν διστάζεις ποια από τις έξι στοές θα διαλέξεις για να μπεις στην κρυφή πλατεΐτσα, στον περίκλειστο αυτόν χώρο ανάμεσα, στην πίσω κοινή αυλή μιας σειράς σπιτιών που χτίστηκαν το 1928, παραχώρηση σε Μικρασιάτες πρόσφυγες, για να φτιάξουν το μαγαζί τους στο ισόγειο και να κατοικήσουν στον πρώτο και που την τελευταία δεκαετία φιλοξενεί ταβερνεία που ζουν τις δόξες τους στον υπαίθριο ενθουσιασμό του καλοκαιριού.

Εχεις, αλήθεια, πολύ καιρό να έρθεις κι είναι ωραία αυτή η Κυριακή με τους ελάχιστους μικροπωλητές και τους λίγους περαστικούς και είναι αυτή η «λιγοσύνη» που επιτρέπει στο παρελθόν να ζωντανεύει μέσα σου και στις φωνές της Ιστορίας να καταλαμβάνουν στο μυαλό σου τον χώρο που αφήνει ελεύθερο η σιωπή. Κι όπως προχωράς αργά στην ανήλιαγη στοά που μυρίζει βαριά υγρασία, το προβολικό μηχάνημα της φαντασίας σου εναλλάσσει σκηνές από άλλες ζωές όπου οι στοιβάδες της Ιστορίας συνομιλούν ανήσυχα μεταξύ τους.

Μα εκεί, στο σημείο που τελειώνει η στοά κι είσαι έτοιμος να ξεμυτίσεις στην πλατεία, το στόμα σου ανοίγει από μόνο του και το πιγούνι σου κρέμεται αδύναμο να συγκρατήσει μια χάσκουσα έκπληξη και μια εξίσου χάσκουσα απορία: μα πώς είναι δυνατόν;

Γιατί ολόκληρος ο χώρος της μικρής πλατείας είναι κατειλημμένος από τα ταβερνεία που, με τις πλαστικές και σιδερένιες επεκτάσεις τους, έχουν διπλασιαστεί και, αγγίζοντας το ένα το άλλο, καλύπτουν εντελώς τον δημόσιο χώρο, απαγορεύοντας στην ουσία το περπάτημα και επιτρέποντας μόνο τους ελιγμούς, αφού ακόμα και οι διέξοδοι προς κάποια στοά κρύβονται πίσω από το απλωμένο πλαστικό και τις αυτοσχέδιες πόρτες (ναι πόρτες!) που κατασκευάστηκαν από τους μαγαζάτορες ως συμβολικά διαχωριστικά περάσματα στην επικράτεια της αγίας ιδιοκτησίας.

Ακαλαίσθητοι όγκοι πλαστικής ασφυξίας, ανταγωνιστικά παραπήγματα ενός μικροσυμφέροντος που παραληρεί έτοιμο να καλύψει τα πάντα, ιδιωτικές βλέψεις που δεν έχουν όρια και που σε καιρούς οικονομικής κρίσης αποχαλινώνονται, πιστεύοντας ότι δικαιούνται τα πάντα.

Και οι φωνές της ιστορίας μπερδεύονται ανάμεσα στα τραπεζοκαθίσματα που ξεχειλίζουν και τα φλας μπακ της μνήμης αναχαιτίζονται από τη βίαιη παρεμβολή μιας καταστρατήγησης, που έχει παραμορφώσει και υφαρπάξει τον δημόσιο χώρο στερώντας από τον καθέναν τη δυνατότητα να τον ζήσει όπως επιθυμεί.

Μπιτ-Παζάρ, εν Θεσσαλονίκη, 28 Ιανουαρίου 2018

* συγγραφέας