Μαρίνα Πρεντούλη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ενωση ολοκληρώθηκε με τη βρετανική κυβέρνηση να έχει εγκαταλείψει τις «κόκκινες γραμμές» της και να βρίσκεται σε εσωτερική διαμάχη με τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του Brexit.

Αν και όλα παίζονται μέχρι να υπάρξει οριστική συμφωνία για τη μελλοντική σχέση μεταξύ Βρετανίας και Ε.Ε., πολλοί πιστεύουν ότι αν οι καταστροφικές τάσεις της κυβέρνησης δεν αναζωπυρωθούν, οδεύουμε προς «ήπια έξοδο» (soft Brexit): το «ήπια» υποδηλώνει ότι η Βρετανία θα είναι μέλος (με κάποιον τρόπο) της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς και ως αντάλλαγμα θα αποδεχτεί (μέχρι κάποιου σημείου) την ελεύθερη διακίνηση πολιτών.

Η σημαντική διαφορά θα είναι ότι η Βρετανία δεν θα έχει λόγο και ψήφο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, ενώ θα εφαρμόζει πολλές από τις αποφάσεις της Ε.Ε.

Τότε, γιατί κανένα κόμμα δεν φαίνεται διατεθειμένο να εγκαταλείψει το Brexit; Γιατί όχι ένα δεύτερο δημοψήφισμα;

Γιατί, παρ’ όλο που η Βρετανία (όπως και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση εξάλλου) εμμένει στις τυπικές δημοκρατικές διαδικασίες, ζούμε πια στην εποχή των ευρωπαϊκών «ανελεύθερων Δημοκρατιών».

Αυτές είναι και αποτέλεσμα του άκρατου νεοφιλελευθερισμού που έχει υιοθετήσει η Ενωση και ο μεγαλύτερος κίνδυνος γι’ αυτήν.

Ο όρος «ανελεύθερες Δημοκρατίες» χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια σε σχέση με τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ που αποτελούν την ομάδα του Βίζεγκραντ: Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Πολωνία και -μετά τις πρόσφατες εκλογές και την επιτυχία του δεξιού Σεμπάστιαν Κουρτς τον Οκτώβριο του 2017- Αυστρία.

Αυτό που τις χαρακτηρίζει ως ένα ξεχωριστό μπλοκ μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση σήμερα, πέρα από τη διαφορετική πολιτική ιστορία τους, είναι ότι όλες έχουν δεξιές κυβερνήσεις που υιοθετούν ακροδεξιές θέσεις, όπως λ.χ. την άρνηση να δεχτούν μουσουλμάνους πρόσφυγες.

Πολιτική τους: ο εθνικισμός, ο αυταρχισμός, η απόρριψη της πολυπολιτισμικότητας και της διαφορετικότητας. Αυτές οι χώρες αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την Ε.Ε. αλλά δεν είναι ο μόνος.

Τόσο η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και η Βρετανία του Brexit φλερτάρουν εδώ και καιρό με μια έννοια «ανελεύθερης Δημοκρατίας».

Ενα αφήγημα με πολλές ομοιότητες με αυτό των χωρών του Βίζεγκραντ εγκαινίασε η Τερέζα Μέι όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία τον Ιούλιο του 2016.

Η Μέι ενθάρρυνε τον εθνικισμό, την έξοδο από την Ε.Ε. και κατονόμαζε τους μετανάστες (σε αυτή την περίπτωση τους Ευρωπαίους μετανάστες, ειδικά του πρώην ανατολικού μπλοκ) ως την αιτία της ανεργίας και της φτώχειας στον Βορρά της Αγγλίας.

Αντίθετα με τον προκάτοχό της Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος συνόδευε τη νεοφιλελεύθερη οικονομική του πολιτική με τον κοινωνικό φιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση, η Μέι πρότεινε και πραγματοποιεί έναν νεοφιλελευθερισμό (σκληρή λιτότητα με δραματικές περικοπές κοινωνικών παροχών) με ψήγματα προστατευτισμού και ακραίου κοινωνικού συντηρητισμού.

Στα κοινωνικά στρώματα που έχουν υποστεί το μεγαλύτερο πλήγμα από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των Συντηρητικών (και δυστυχώς) και Εργατικών κυβερνήσεων, ο κοινωνικός συντηρητισμός του Brexit σύντομα πήρε τη μορφή απροκάλυπτου ρατσισμού. Στοχεύει όποιον δεν είναι λευκός και όποιον είναι μουσουλμάνος, ακόμα κι αν αυτός είναι εδώ και πολλές γενιές Βρετανός πολίτης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ερώτηση Βρετανού δημοσιογράφου προς τον επίσης Βρετανό δήμαρχο του Λονδίνου, Σαντίκ Καν (Sadiq Khan).

Ο Καν είναι πακιστανικής καταγωγής και βρισκόταν σε επίσημη επίσκεψη στο Πακιστάν όταν ο δημοσιογράφος τον ρώτησε «αν νιώθει ότι επιστρέφει στην πατρίδα του».

Ο δήμαρχος έδωσε την αναμενόμενη απάντηση: «Πατρίδα μου είναι το Νότιο Λονδίνο, φίλε».

Οχι ότι αυτός ο ρατσισμός δεν προϋπήρχε. Ομως το Brexit τον ξανάφερε στην επιφάνεια· τον έκανε αποδεκτό.

Δυστυχώς, το κουτί της Πανδώρας είναι και πάλι ορθάνοιχτο, κι αυτό δεν θα σταματήσει με όποια συμφωνία και αν επιτευχθεί στις διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε.

Και μετά είναι το καθαυτό δημοψήφισμα. Οπως μας υπενθυμίζουν τόσο οι Συντηρητικοί βουλευτές οπαδοί του Brexit όσο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που τους σιγοντάρουν, όποιος τολμήσει να ανατρέψει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος «είναι εχθρός του λαού».

Και ας διαφαίνεται ότι αυτός ο λαός είναι που θα πληρώσει τις τραγικές επιπτώσεις μιας κακής συμφωνίας. Ναι, τα δημοψηφίσματα έχουν αυτό το μειονέκτημα: ενώ από πολλούς θεωρούνται ως ένας τρόπος να ακουστεί η φωνή του λαού, αυτό μπορεί να συμβεί μόνον αν αυτός ο λαός είναι ενημερωμένος για τις επιπτώσεις των θέσεων που θα υποστηρίξει.

Αν, δηλαδή, προϋπάρχει μια ανοιχτή δημόσια σφαίρα στην οποία οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά στα κοινά. Υπάρχει βέβαια και το θέμα του χαρακτήρα των δημοψηφισμάτων, αν, δηλαδή, είναι δεσμευτικά ή συμβουλευτικά, αλλά αυτό θα το αφήσω στην άκρη.

Το σίγουρο είναι ότι όποιος πιστεύει πως οι Συντηρητικοί ξαφνικά άρχισαν να κόπτονται για τη «φωνή του λαού», δεν γνωρίζει την πολιτική τους διαδρομή. Ούτε βέβαια τους αντιδημοκρατικούς θεσμούς της Βρετανίας, συμπεριλαμβανομένου του εκλογικού συστήματος.

Επιπλέον υπάρχουν και τα άλλα ζητήματα που μας προέκυψαν από τις διαπραγματεύσεις και που οι Συντηρητικοί θέλουν να τα παρουσιάσουν σαν καινούργια, λες και τα αγνοούσαν πριν από τις διαπραγματεύσεις: τα σύνορα μεταξύ Βόρειας Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας και τα πιο μακρινά σύνορα μεταξύ Γιβραλτάρ και Ισπανίας.

Στη Βόρεια Ιρλανδία (και στο δεξιό Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα παραδόξως) χρωστάμε το ότι η διαπραγμάτευση για το «διαζύγιο» κατέληξε στις 8 Δεκεμβρίου να αποδέχεται όχι μόνον την «ευθυγράμμιση ρυθμιστικών αρχών» μεταξύ Βόρειας Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, αλλά και να αποδέχεται αυτή την ευθυγράμμιση και μεταξύ Βόρειας Ιρλανδίας και υπόλοιπης Βρετανίας.

Δεν θα έχει, δηλαδή, η Βόρεια Ιρλανδία μια διαφορετική συνθήκη από την υπόλοιπη χώρα. Πράγμα που θα επανέφερε το ζήτημα της ένωσης των δύο Ιρλανδιών, κάτι που απεύχεται το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα.

Οσο για τα σύνορα Γιβραλτάρ-Ισπανίας, δεν αποκλείεται στην πορεία να επαναφέρουν τη διαμάχη μεταξύ Ισπανίας και Βρετανίας. Παρ’ όλο που το Γιβραλτάρ δεν είναι στην ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση, το ζήτημα της ελεύθερης μετακίνησης είναι σοβαρό για τους κατοίκους.

Περίπου 8.000 άτομα διασχίζουν τα σύνορα κάθε μέρα για να πάνε στις δουλειές τους στην Ισπανία. Οποια και να είναι η συμφωνία μεταξύ Βρετανίας και Ε.Ε., αυτή δεν θα εφαρμοστεί στο Γιβραλτάρ αν δεν έχει τη συγκατάθεση της Ισπανίας.

Σε όλη αυτή την ιστορία δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς το παράδοξο ότι η ίδια η χώρα που ψήφισε να φύγει από την Ε.Ε. για να ανακτήσει την «κυριαρχία» της, είναι αυτή που έχει στερήσει την κυριαρχία και την ελευθερία όσων βρέθηκαν κάποτε στο διάβα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ή αντιστάθηκαν στην ιδέα του Ηνωμένου Βασιλείου, συμπεριλαμβανομένης της Ιρλανδίας.

Τέτοια και άλλα παράδοξα ευδοκιμούν στις «ανελεύθερες Δημοκρατίες» τού σήμερα.

*Επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής και Πολιτικών Επικοινωνιών στο Πανεπιστήμιο της Ανατ. Αγγλίας