Ιδιαίτερα ενδεδειγμένο και πιθανό θεωρεί ο Τόμας Βίζερ η Ελλάδα να πάρει επαρκή ελάφρυνση του χρέους, καθώς «το πρόγραμμα εξελίσσεται όπως έχει προβλεφθεί και ότι θα ολοκληρωθεί ομαλά».
Σε συνέντευξη στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο επικεφαλής του Euroworking Group, -που θεωρεί πολύτιμη τη συμβολή του επικείμενου αντικατάστατη του Χανς Βίλμπριφ στην υπέρβαση της ελληνικής κρίσης- τονίζει ότι η ελάφρυνση εξαρτάται την ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους.
Ειδικότερα, τόνισε ότι «κάθε κράτος μέλος που βγαίνει από ένα πρόγραμμα υπόκειται σε μεταμνημονιακή επιτήρηση έως ότου αποπληρωθεί το 75% του χρέους του. Αυτό, στην περίπτωση της Ελλάδας -επειδή έχει ήδη οικονομικά ευνοϊκές συνθήκες αποπληρωμής του χρέους, το οποίο με κάποιο τρόπο οι άνθρωποι τείνουν να ξεχνούν- θα γίνει μετά από πολύ μεγάλο διάστημα. Και λέγοντας επιτήρηση μετά το τέλος του προγράμματος εννοούμε ότι θα υπάρχει μια αυστηρή ματιά στις οικονομικές πολιτικές και στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η οικονομία.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία τελική απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει αυτή η επιτήρηση μετά το πρόγραμμα. Και δεν υπάρχει επίσης ακόμα συζήτηση για το αν αυτή η ελάφρυνση του χρέους θα εξαρτηθεί από κάτι. Γεγονός είναι ότι ήδη η Ελλάδα έχει πολύ σημαντικές θετικές ρυθμίσεις ως προς την απόσβεση του δημοσίου χρεους. Αλλά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι ορισμένα μικρότερα τμήματα των μέτρων που σχετίζονται με το χρέος θα υπόκεινται σε συμφωνίες μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών. Αυτό παραμένει προς συζήτηση.
Στο ερώτημα του Πρακτορείου για την πιστωτική γραμμή, δίνει μια πολύ χαρακτηριστική απάντηση: «εάν κάποιος πει ότι δεν θέλει χριστουγεννιάτικα δώρα, τότε κανείς δεν πρόκειται να σκεφτεί να του πάρει δώρα» λέει και εξηγεί ότι εάν δεν κατατεθεί σχετικό αίτημα, δεν υπάρχει και συζήτηση.
Όταν ρωτήθηκε για την πρόσφατη δήλωσή του πως ήταν προσωπικό λάθος σας του ότι δεν συνειδητοποιήσατε αρκετά έγκαιρα το βαθμό στον οποίο ήταν αναγκαία η αναδιάρθρωση του χρέους για την Ελλάδα, απάντησε ότι αυτό που είπε «είναι ότι αν ξεχάσουμε το περιβάλλον στο οποίο ήμασταν όλοι τότε και την πολύ κακή οικονομική πολιτική που είχε η Ελλάδα, το τεράστιο χρέος και την απροθυμία -νομίζω- για μεταρρυθμίσεις, και αν μιλούσαμε για ένα πείραμα χωρίς να λάβουμε υπόψη το παγκόσμιο κλίμα και, τέλος, αν είχαμε τα απαραίτητα μέσα, τότε η πρόωρη αναδιάρθρωση του χρέους έναντι πολύ σημαντικών προϋποθέσεων θα ήταν η σωστή κίνηση».
Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι η κρίση δεν ήταν αμιγώς ελληνική, ο κ. Βίζερ σημείωσε όως «η κρίση ήρθε σε μια συγκυρία παγκόσμιων οικονομικών εξελίξεων. Θα έλεγα πως τη λάθος στιγμή υπήρξαν λάθος εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία. Ήταν η εποχή μιας οικονομικής απορρύθμισης, μιας πολύ κακής εποπτείας των χρηματοπιστωτικών τομέων και μιας υπερβολικά χαλαρής και επεκτατικής νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ που οδήγησαν στην τεράστια αύξηση της παγκόσμιας μόχλευσης, του παγκόσμιου χρέους και των κερδοσκοπικών ροών κεφαλαίων. Και τότε έγινε η πτώση της Lehman Βrothers.
»Αυτό έθεσε σε αμφισβήτηση τη σταθερότητα, τη ρευστότητα και την φερεγγυότητα μεγάλου μέρους του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι επενδυτές άρχισαν να αναρωτιούνται εάν θα πρέπει να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τα ομόλογα, να φοβούνται ότι με την πάροδο του χρόνου ίσως κάτι κακό να συμβεί στις τράπεζες και να σκέπτονται πως, αν αυτό συμβεί, ίσως πρέπει να μεσολαβήσει το κράτος. Και αν μεσολαβήσει το κράτος θα έπρεπε να γίνει με πολύ μεγάλα ποσά. Αυτός ο διαβλεπόμενος κίνδυνος τους οδήγησε στην απόφαση να σταματήσουν να αγοράζουν κρατικά ομόλογα».
Αυτό που κυρίως διέφερε ήταν πως δεν μπορούσαμε να αφήσουμε την Ελλάδα να κουρέψει το χρέος της, ειδικά τη στιγμή της παγκόσμια κρίσης χρέους. Αυτό θα μπορούσε να καταστρέψει εντελώς το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Έτσι πολλοί εμπλεκόμενοι συναίνεσαν στο ότι «η Ελλάδα δεν μπορεί να χρεοκοπήσει». Κανείς λοιπόν δεν ήθελε τότε να αφήσει την Ελλάδα να βγει από την ευρωζώνη και έτσι φτιάξαμε το Μηχανισμό Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μαζί με το ελληνικό πρόγραμμα. Όμως αφού η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε, δηλαδή δεν έγινε αναδιάρθρωση χρέους, οι δημοσιονομικές ανάγκες της ήταν μεγαλύτερες.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν χαρακτηρίζει «εξαιρετικά αφελείς» τις τότε προβλέψεις για 50 δισεκατομμύρια, έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις, σημειώνει ότι η δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας όταν μπήκε στο ευρώ και πιο πριν ακόμη, δεν ήταν αυτή που έπρεπε, και υποστηρίζει ότι είναι «ιδιαίτερα επιθυμητή» η συμμετοχή του ΔΝΤ.
Από την πλευρά του υπενθύμισε ότι «ήμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση αναστροφής των ροών κεφαλαίων που έπληξε μερικές χώρες πολύ χειρότερα απ’ ότι κάποιες άλλες. Οι παγκόσμιοι επενδυτές είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αγορά γερμανικών ή γαλλικών ομολόγων ή άλλων, παρά στα ελληνικά. Με δεδομένη την οικονομική πολιτική στην Ελλάδα και δεδομένης της δημοσιονομικής και χρεωστικής κατάστασης, δεν υπήρχε εμπιστοσύνη ότι η χώρα θα μπορέσει να αποπληρώσει το χρέος της. Κόπηκαν λοιπόν οι ροές κεφαλαίων προς την Ελλάδα».
Μετά τέθηκε το πρόβλημα σε τί είδους πρόγραμμα θα έμπαινε η Ελλάδα; Οι συνάδελφοι στα θεσμικά όργανα της ΕΕ είχαν μεγάλη εμπειρία όσον αφορά την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ανισορροπιών και ζητημάτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά κανείς δεν είχε «τρέξει» πραγματικά ένα πρόγραμμα πολλών δισεκατομμυρίων για μακροοικονομική προσαρμογή. Στη συνέχεια, η συζήτηση ήταν αν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα είναι μέρος του προγράμματος ή όχι. Κάποιοι όπως ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, Ζαν Κλοντ Τρισέ, δήλωσαν: «Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να έρθει το ΔΝΤ στην Ευρώπη. Η ευρωζώνη είναι ικανή να αντιμετωπίσει μόνη της τα προβλήματά της».
Όταν ο κ. Βίζερ ρωτήθηκε γιατί δεν δεν εισακούστηκε ο κ. Τρισέ απάντησε το εξής: «Διότι κάποιοι άλλοι είπαν: «Χρειαζόμαστε την τεχνογνωσία και χρειαζόμαστε την πολιτική ανεξαρτησία ενός θεσμικού οργανισμού όπως το ΔΝΤ, για να έχουμε έναν αντικειμενικό σχεδιασμό και επίβλεψη του προγράμματος, καθώς δεν μπορούμε να ασκήσουμε πολιτική πίεση στην Ελλάδα και να πούμε, «εάν δεν το κάνετε αυτό τότε… κόβονται τα κονδύλια ή κάτι παρόμοιο». Βάλαμε λοιπόν μέσα το ΔΝΤ. Μέσα σε αυτό το κλίμα φτιάχτηκε το πρώτο Μνημόνιο για την Ελλάδα. Ένας από τους περιορισμούς ήταν επίσης ότι πραγματικά δεν γνωρίζαμε τί είδους προσαρμογή μπορεί να γίνει μέσα σε μια νομισματική ένωση. Για αυτό σκέφτηκαν να φτιαχτεί ένα πρόγραμμα το οποίο θα ήταν λίγο πολύ παρόμοιο με τα προγράμματα προσαρμογής που είχαμε για τη Λετονία, τη Ρουμανία».
