Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον το πλήρες όνομά του, πρωτοβλέπει το φως σαν σήμερα το 1943 στη Μελβούρνη της Φλώριδας. Αλλάζει συχνά πόλεις και σχολεία μικρός, ακολουθώντας τον πατέρα του, αξιωματικό του Ναυτικού, στις συχνές μεταθέσεις του. Στα 1964 εντρυφά στο θέατρο και τον κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο του Λος Αντζελες. Διαθέτει υψηλότατο IQ και γράφει ποιήματα, επηρεασμένος από τον Ουίλιαμ Μπλέικ και τον Φρίντριχ Νίτσε. Δοκιμάζει ναρκωτικά και πειραματίζεται με το LSD. Περί το 1965 δημιουργεί ροκ συγκρότημα μαζί με τους Ρέι Μάνζαρεκ, Ρόμπι Κρίγκερ (κιθάρα) και Τζον Ντένσμορ (ντραμς). Το ονομάζει «The Doors» από το βιβλίο του Αλντους Χάξλεϊ «The Doors of Perception» (Οι Πύλες της Αντίληψης).

Ζωγραφίζει την ψυχή με τους στίχους και τις μελωδίες του και πασχίζει να διευρύνει τη συνείδηση, εμφιλοχωρώντας στις σκοτεινές περιοχές του ασυνείδητου, στις ανεξήγητες επιθυμίες. «Υπάρχουν πράγματα γνωστά και πράγματα άγνωστα και ανάμεσά τους υπάρχουν πόρτες» λέει. Κολασμένοι ποιητές και συγγραφείς, όπως ο Κάρολος Μπωντλαίρ και ο Αρθούρος Ρεμπώ, αλλά και ο Λουί Φερντινάντ Σελίν τού ασκούν καταλυτική επιρροή. Τον συνεπαίρνει η αμερικανική μπιτ γενιά και, ιδίως, το On The Road του Κέρουακ. Ο μπίτνικ ποιητής Μάικλ Μακλιούρ, με τον οποίο γίνονται φίλοι, μαγεύεται από τους στίχους του και τον ενθαρρύνει να γράφει. «Αναβάτες στην καταιγίδα/ εδώ έχουμε γεννηθεί/ στον κόσμο αυτό ριχτεί/ σαν σκυλιά χωρίς φαΐ/ θεατρίνοι δανεικοί/ αναβάτες στην καταιγίδα» τραγουδάει. Riders on the storm, δηλαδή.

Ιλιγγος στη σκηνή ο Τζιμ Μόρισον, διότι όντως περί του Δημητράκη πρόκειται, προκαλεί παραλήρημα στα πλήθη. Η σκηνική του θεατρικότητα, οι διαρκείς αθυροστομίες του και οι μιμήσεις της σεξουαλικής πράξης σοκάρουν τους καρτεσιανούς, συντηρητικούς Αμερικανούς. Οι αρχές απαγορεύουν αρκετές συναυλίες του, ενώ συχνά συλλαμβάνεται έπειτα από όσες επιτρέπονται για προσβολή των ηθών. Το ’70 καταδικάζεται επί έργω εξυβρίσει, κατηγορούμενος ότι επέδειξε τα γεννητικά του όργανα στο αλλόφρον κοινό. Καταφεύγει στο Παρίσι για να ηρεμήσει, μαζί με τη γυναίκα της ζωής του Πάμελα Κούρσον, και να ασχοληθεί με την ποίηση.

Μετά από χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ βρίσκεται νεκρός στην μπανιέρα στις 3 Ιουλίου 1971, μόλις 27 ετών, υπό συνθήκες που αμφισβητούνται ώς σήμερα. Ενταφιάζεται στη γωνιά των ποιητών του ονομαστού κοιμητηρίου «Περ Λασέζ», κοντά στους Μολιέρο, Μπαλζάκ και Οσκαρ Ουάιλντ. «Κατά τον δαίμονα εαυτού» μουρμουρίζει το ελληνικό επίγραμμα στον τάφο του. Αφοσιώσου στη συνείδησή σου, πά’ να πει. Ιδού μια απειροελάχιστη γεύση της ποίησής του: «Γιατί πίνω;/ Για να μπορώ να γράφω ποίηση./ Μερικές φορές που όλα γυρίζουν/ κι η ασχήμια υποχωρεί/ σ’ έναν ύπνο βαθύ/ τα μάτια ανοίγουν/ κι ό,τι απομένει, είναι η αλήθεια./ Καθώς το σώμα ρημάζει/ το πνεύμα δυναμώνει».