Το απεχθές εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κράτος των «εθνικοφρόνων» πολέμησε με φανατισμό ζηλωτή την υποψηφιότητα του Νίκου Καζαντζάκη, μεμονωμένη ή από κοινού με τον Αγγελο Σικελιανό, για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Επί δέκα χρόνια (1947, έτος της πρώτης υποψηφιότητας, μέχρι το 1957, έτος του θανάτου του) κινητοποιήθηκαν θεοί και δαίμονες του τότε κατεστημένου για να αποτρέψουν τη βράβευση του σπουδαιότερου ίσως διανοητή, στοχαστή, συγγραφέα και λογοτέχνη του 20ού αιώνα για την Ελλάδα, την Ευρώπη και γιατί όχι παγκοσμίως.
Η βασιλική οικογένεια, τα κυβερνητικά κόμματα εκείνης της περιόδου, διπλωμάτες, μητροπολίτες και φασίστες ακαδημαϊκοί και διανοούμενοι (π.χ. Σπύρος Μελάς) επέτυχαν να στερήσουν την ύψιστη αυτή πνευματική τιμή από τον ίδιο και την πατρίδα μας.
Σήμερα η δημοκρατική Πολιτεία ανακηρύσσει το 2017 ως έτος Νίκου Καζαντζάκη. Τα υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού πρέπει σε συνεργασία να οργανώσουν μια μεγάλη εκδήλωση μνήμης και παντοτινής αναγνώρισης. Αυτονόητη θεωρώ την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού.
Για το τελευταίο μνημειώδες έργο του, δίκην εξομολογητικής διαθήκης, «Αναφορά στον Γκρέκο», που γράφτηκε το 1956 στην Αντίμπ της Γαλλίας, επισημαίνει ο ίδιος:
«Η Αναφορά μου στον Γκρέκο δεν είναι αυτοβιογραφία· η ζωή μου η προσωπική για μένα μονάχα έχει κάποια, πολύ σχετική, αξία, για κανέναν άλλον· η μόνη αξία που της αναγνωρίζω είναι ετούτη: ο αγώνας της ν’ ανέβη από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φτάσει όσο πιο αψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμή της και το πείσμα – στην κορφή που αυθαίρετα ονομάτισα Κρητική Ματιά».
Τα θεμελιακά στοιχεία της ζωής μάς κληροδοτεί ο μεγάλος πνευματικός δημιουργός. Αγώνας, δύναμη και πείσμα. Και όταν σκαλοπάτι σκαλοπάτι στον ανηφορικό δρόμο φτάσουμε στην όποια «κορφή», τότε ο καθένας μας μπορεί να την ονοματίσει «αυθαίρετα», όπως του πηγαίνει καλύτερα.
Επίτιμος προσκεκλημένος της νέας σοβιετικής κυβέρνησης για τα δεκάχρονα της Ρωσικής Οκτωβριανής Επανάστασης (1917 – 1927), μαζί με πρωταγωνιστές από όλο το φάσμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τέχνης, ο Νίκος Καζαντζάκης αφιερώνει το δέκατο έκτο κεφάλαιο στην «Αναφορά στον Γκρέκο» υπό τον τίτλο «Ρουσία» στις συγκλονιστικές εμπειρίες του.
Αναπολεί λοιπόν, αναθυμάται, αναλογίζεται, ενσωματώνει στη σκέψη του και γράφει:
«Είναι η παραμονή της μεγάλης ημέρας· η Ρούσικη Επανάσταση γιορτάζει τα αιματηρά γενέθλιά της. Ηρθαν προσκυνητές απ’ όλο τον κόσμο, άσπροι, μαύροι, κίτρινοι.
Σε άλλες εποχές, όμοια θα κατάφθαναν στη Μέκκα οι ανατολικές μελαχρινές ράτσες, όμοια θα μαζεύουνταν βουβές μερμηγκιές στο Μπεναρές οι κίτρινοι άνθρωποι.
Μετατοπίζονται τα κέντρα της Γης· σήμερα, οχτροί και φίλοι, με μισός ή μ’ έρωτα, θέλοντας και μη, έχουν τα μάτια τους στυλωμένα κατά τη Μόσχα».
Και αλλού:
«Τρέχουμε να προφτάσουμε την αρχή της τελετής. Κρύο δυνατό, ο ουρανός γκρίζος, τα ρουθούνια και τα στόματα καπνίζουν.
Η Κόκκινη Πλατεία είναι κιόλας γεμάτη. Απάνω από τον Αγιο Τάφο του Λένιν αραδαριά οι επίσημοι· αντίκρα, σε αμφιθεατρικές εξέδρες, οι καλεσμένοι της Γης· ο στρατός παραταγμένος, ασάλευτος, ο λαός πίσω, μια βουή απόκωφη, πυκνή, σαν υπόγειος μακρινός σεισμός· κάτω από τα πόδια σου η γης κουνιούνταν.
Στο βάθος, η αγαπημένη μητρόπολη του Ιβάν του Τρομερού, πολύτρουλη, πολύχρωμη, ξεπρόβαινε σαν φάντασμα μέσα στην πρωινή ομίχλη».
Εκτός από το τελετουργικό, τον έχει εντυπωσιάσει βαθύτατα το κοινωνικό και το πολιτικό μέρος και σπεύδει να το αποτυπώσει με τον γραπτό του λόγο:
«Δεν υπάρχει πιο λιμασμένο και πιο αρπαχτικό θεριό από την καινούριαν ιδέα» […] «Ιερή στιγμή! Οι μεγαλύτεροι άθλοι στη σκέψη, στην τέχνη και στην πράξη γεννήθηκαν στ’ ορμητικό ετούτο ανηφόρισμα του ανθρώπου.
Συντάζουνται οι αφεντάδες ν’ αντισταθούν, αντιστέκουνται· μα όλη η φόρα του καιρού μας είναι ενάντια τους – έφαγαν, ήπιαν, δημιούργησαν έναν πολιτισμό, ξεθύμαναν, έφτασε η στερνή μορφή του χρέους τους: να εξαφανιστούν».
Συγχρόνως όμως προβληματίζεται, ανατρέχει στην εξελικτική των πραγμάτων πορεία, βλέπει προς το μέλλον και γράφει:
«Μα συνάμα αρχίζει να δουλεύει και ο ανήλεος νόμος: όσο περισσότερο ο ζωντανός οργανισμός εκτελεί το χρέος του ν’ απλωθεί και να κυριαρχήσει, τόσο και περισσότερο ζυγώνει στην καταστροφή του. Η ύβρις είναι το μόνο ίσως αμάρτημα, που η παγκόσμια αρμονία το θεωρεί θανάσιμο και δεν το συχωρνάει· η αποκορύφωση της δύναμης ενός οργανισμού γεννάει μοιραία τον όλεθρό του».
Και τι ακολουθεί;
«Ευτύς ως στρωθούν τα καινούρια τραπέζια, θ’ αρχίσουν και οι δούλοι να παχαίνουν και να ναρκώνονται.
Κι άλλα πλήθη τυραννισμένα θα σηκωθούν πάλι από το χώμα, και θα πηγαίνουν πάλι μπροστά η Πείνα και η Χίμαιρα, οι αρχηγίνες των ψυχών.
Και έτσι, αιώνια, ρυθμικά, ακατάπαυστα».
Δηλαδή, η αέναη και παντοτινή σε διάρκεια ιστορία της ανθρωπότητας. Το ένα σύστημα πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης φθίνει, εξαντλείται, μαραίνεται, υποχωρεί, για να το διαδεχθεί ένα άλλο σύστημα.
Ο πολιτικός και κοινωνικός αγώνας όμως θα είναι πάντοτε μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων. Μεταξύ των χορτάτων και των πεινασμένων.
Μεγάλη η τρισεύγενη χάρη σου, Νίκο Καζαντζάκη, μας τα είπες στο έργο σου όλα, και ας σε πίκραναν εν ζωή οι πάμπολλοι, δυστυχώς, παντοειδείς εχθροί κάθε προόδου και κάθε ελευθερίας.
*Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου
