Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ναι, είναι προ-οσκαρική περίοδος. Bγαίνουν συνεχώς οι πιο διάσημες και αναμενόμενες ταινίες της σεζόν προκαλώντας άγχος στους σινεφίλ, που θέλουν να τις βλέπουν όλες. Κάντε, όμως, ένα δώρο στον εαυτό σας και προγραμματίστε να δείτε οπωσδήποτε την ταινία «Maria by Callas.

Η Μαρία Κάλλας εξομολογείται» του Τομ Βολφ (βγαίνει την ερχόμενη Πέμπτη, από τη Filmtrade). Θα πονέσουν τα μάτια και τα αυτιά σας από την ομορφιά και την τέχνη μιας γυναίκας, της Μαρίας Κάλλας. Που δεν θα τη βλέπετε στην οθονίτσα του λάπτοπ, του τάμπλετ ή του κινητού σας από το YouTube, αλλά σε μια μεγάλη οθόνη. Και μεγαλύτερη να ‘ταν, δεν θα τη χωρούσε.

Ο Τομ Βολφ υπογράφει ένα ντοκιμαντέρ βασισμένο σε πλήθος υπέροχων και σπάνιων ντοκουμέντων. Αλλά, ουσιαστικά, ο νεαρός σκηνοθέτης με τη ρωσική καταγωγή, που ζει και δουλεύει στο Παρίσι, καταφέρνει και χειρίζεται το υλικό του με τέτοιο τρόπο, που γεννιέται κάτι που μοιάζει περισσότερο με βιογραφία.

Την παρακολουθείς με κομμένη την ανάσα – όσα κι αν ξέρεις για την Κάλλας. Την απολαμβάνεις σαν όπερα του μπελ κάντο (από αυτές που αγαπούσε) ή σαν μυθιστόρημα. Η λάμψη, ο μαγνητισμός, η πολυπλοκότητα και η τραγικότητα της ζωής τής μιας και μοναδικής ντίβας όλων των εποχών υπερβαίνει τις διαστάσεις της πραγματικότητας.

Ο σκηνοθέτης βρέθηκε στην Αθήνα, στην οποία άλλωστε είχε έρθει την εποχή που ετοίμαζε την ταινία ψάχνοντας ντοκουμέντα και μαρτυρίες. Δυστυχώς, παρ’ όλο που υπάρχουν στο «Μaria by Callas» άγνωστα υλικά (οικογενειακά, μουσικά και… ερωτικά) από τα ελληνικά της χρόνια, παρ’ όλο που τη βλέπουμε, μαυρισμένη και χαλαρή, με ένα εμπριμέ καλοκαιρινό φόρεμα να δίνει υπαίθριο ρεσιτάλ το 1964 στις «Γιορτές Λόγου και Τέχνης» της Λευκάδας (απέναντι από τον Σκορπιό), δεν υπάρχει ούτε ένα πλάνο από τις δύο ιστορικές εμφανίσεις της στην Επίδαυρο, 1960 και ‘61 με «Νόρμα» και «Μήδεια». «Δεν βρήκα τίποτα», δικαιολογήθηκε ο συμπαθέστατος Βολφ – κάτι λίγα, πάντως, κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και έχουν χρησιμοποιηθεί σε ελληνικά ντοκιμαντέρ.

Μικρό το κακό. Γιατί η ταινία αφήνεται ηδονικά, χωρίς κανένα πρόβλημα ρυθμού, σε αμέτρητα μεγάλης διάρκειας (και σπάνια) αποσπάσματα από παραστάσεις και ρεσιτάλ στα σημαντικότερα θέατρα του κόσμου, από την αρχή μέχρι το τέλος της καριέρας της. Η χαρά του φίλου της όπερας.

Την ίδια στιγμή ξεδιπλώνεται η ζωή της Κάλλας, από τα «σκληρά» παιδικά της χρόνια (λόγω της απαιτητικής μητέρας της) μέχρι τον ξαφνικό της θάνατο στο Παρίσι, το 1977 σε ηλικία μόλις 53 χρόνων. Μέσα από εικόνες, φιλμάκια και διηγήσεις δικές της και φίλων της (για παράδειγμα, της περίφημης «δασκάλας» της στο Ωδείο της Αθήνας, Ελβίρα ντε Ιντάλγκο).

Εχει στα χέρια του ο Βολφ και έναν θησαυρό, που δικαίως τον βάζει να διατρέχει την ταινία σαν ραχοκοκαλιά. Μια «χαμένη» μέχρι πρόσφατα στα αρχεία του BBC τηλεοπτική συνέντευξη της Κάλλας το 1970 στον μέγα Ντέιβιντ Φροστ.

Απο κει βγαίνει και ο τίτλος της ταινίας, αφού η Κάλλας παραδίδεται σε πολύ προσωπικές εξομολογήσεις για τη «Μαρία», τη γυναίκα πίσω από τον μύθο, την οικογένεια που ήθελε και δεν έκανε, τον Ωνάση («η σχέση μας απέτυχε, όχι όμως και η φιλία μας»), το «πεπρωμένο» της που αποδείχτηκε πιο ισχυρό από οτιδήποτε άλλο. Είναι πια ώριμη και ήρεμη, η αυτοκυριαρχία της εντυπωσιακή, τα σκάνδαλα του παρελθόντος (καλλιτεχνικά και αισθηματικά) πληγές που μπορεί και τις διαχειρίζεται.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο δημιουργός αυτής της άψογης ταινίας πριν από τέσσερα χρόνια δεν είχε ιδέα για την Κάλλας. Ηταν γι’ αυτόν απλώς ένα όνομα. Μια τυχαία βραδιά στη Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης για να δει τη «Μαρία Στιούαρτ» του Ντονιτσέτι, τον έστειλε, όμως, έκθαμβο σε μια πυρετώδη διερεύνηση στο διαδίκτυο γύρω από το είδος και τον συνθέτη. Και εκεί, «όλα ήταν γεμάτα από τη Μαρία Κάλλας».

Αυτό ήταν. Οπως εξήγησε στους Ελληνες δημοσιογράφους, ρίχτηκε με τα μούτρα στην ανακάλυψή του, και με πολλή επιμονή αλλά και τύχη (τα σημαντικότερα αρχεία τού άνοιξαν τις πόρτες τους) ολοκλήρωσε τη δουλειά του. Οπλα του και εφόδια, «η συγκίνηση και η περιέργεια να καταλάβω ποια ήταν η Κάλλας».

Γι’ αυτό και, όπως είπε, απέφυγε να μιλήσει με ειδικούς και κριτικούς. «Προτίμησα να βρω (και βρήκα) περίπου τριάντα ανθρώπους, σε πολλές χώρες του κόσμου, που τη γνώριζαν πολύ καλά, προσωπικούς της φίλους ή στενούς της συνεργάτες, που μπορούσαν να με καθοδηγήσουν στον εσωτερικό της κόσμο, αυτόν που με ενδιέφερε». Καθόλου τυχαία, λοιπόν, αφιερώνει την ταινία στον μπάτλερ της Φερούτσιο και την καμαριέρα της Μπρούνα – αυτοί τού πρόσφεραν και την ανέκδοτη συνέντευξη στον Φροστ, διατηρούσαν το μοναδικό αντίγραφο.

Ο Τομ Βολφ πιστεύει με πάθος ότι ζούμε μια «παγκόσμια αναγέννηση της λατρείας για την Κάλας από μια νέα γενιά, που σαν κι εμένα άρχισε τώρα να τη μαθαίνει. Οπου πήγα αυτό έζησα. Το φαινόμενο Κάλλας παθιάζει τον κόσμο, γιατί ξεπερνά την όπερα, δεν είναι μόνο τέχνη, αφορά μια μοναδική γυναικεία προσωπικότητα».

Στην ταινία, όπου δεν ακούγεται η φωνή της ίδιας της Κάλλας, ακούγεται της Φανί Αρντάν. Διαβάζει τις αποκαλυπτικές επιστολές της ντίβας σε φίλους της αμέσως μετά το «τελειωτικό χτύπημα», δηλαδή τον γάμο του «Αρίστου» της με την Τζάκι.