Περισσότερα από δεκαπέντε μέτρα η 32χρονη Θεοδώρα Ζέμπερη πάλευε με τον φονιά της, μέχρι που της κατάφερε τη μία και μοναδική θανάσιμη μαχαιριά στην καρδιά.
Σε όλο αυτό το διάστημα, όπως προκύπτει από την ανασύνθεση της σκηνής της άγριας δολοφονίας, που πραγματοποίησαν οι αστυνομικοί ώστε να βοηθηθούν στην εξιχνίαση του πρωτοφανούς για τα αστυνομικά χρονικά εγκλήματος μέσα σε νεκροταφείο, η νεαρή γυναίκα μαχόταν μόνη για τη ζωή της και δεν βρέθηκε κανείς να τη βοηθήσει.
Ο δράστης, σύμφωνα με τους αστυνομικούς, μπήκε στο νεκροταφείο από τη χαμηλή μάντρα που το χωρίζει από τις σιδηροδρομικές γραμμές και πρόλαβε να εξαφανιστεί με τον ίδιο τρόπο.
Μαζί του είχε την τσάντα της 32χρονης, στην οποία υπήρχαν τα προσωπικά της αντικείμενα και το κινητό της τηλέφωνο.
Η άτυχη Θεοδώρα, όπως προέκυψε, δεν είχε σηκώσει προηγουμένως από τράπεζα κάποιο χρηματικό ποσό, γεγονός που σε συνδυασμό με τα βίντεο από τις κάμερες απέκλειε το ενδεχόμενο να παρακολουθούνταν από «επαγγελματία» κακοποιό.
Παρ’ όλα αυτά, οι αστυνομικοί δεν αποκλείουν την εκδοχή του περιστασιακού ληστή, ο οποίος είτε δεν θα ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει λόγω της κατάστασής του -στην περίπτωση που είναι τοξικομανής- ότι βρίσκεται σε νεκροταφείο είτε δεν ενδιαφερόταν για τον τόπο και τον χρόνο της επίθεσης.
Ανοιχτό εξάλλου παραμένει ακόμη το ενδεχόμενο ο δράστης να είχε άλλα κίνητρα για τη δολοφονία και γι’ αυτό επαναλαμβάνουν ακόμη και ώς τώρα ότι εξετάζονται τα πάντα.
Ανάμεσά τους και η εκδοχή να έγινε η επίθεση από τον κύκλο των δανειστών του πατέρα -αν και με αυτή θα αποκλειόταν διά παντός η πιθανότητα αποπληρωμής των χρημάτων- καθώς επίσης η 32χρονη να είχε συνάψει πρόσφατα σχέση με άτομο που ζήλευε την αγάπη την οποία έδειχνε για τον σκοτωμένο σε εργατικό ατύχημα φίλο της – αν και κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τις ώς τώρα ληφθείσες καταθέσεις.
Παραπληροφόρηση
Σχετικά, τέλος, με όσα αναφέρονται από διάφορες πηγές για τη δολοφονία, οι αστυνομικοί επισήμαιναν τις συνεχείς μετέπειτα διαψεύσεις όσων λέγονταν και τόνιζαν ότι οι ίδιοι κινούνται βάσει των καταθέσεων και των στοιχείων που έχουν στα χέρια τους.
Συγκεκριμένα, σημείωναν ότι ο πατέρας ανέφερε πως η κόρη του εργαζόταν στο ΣΔΟΕ και χειριζόταν μεγάλες υποθέσεις και τελικά απεδείχθη ότι εργαζόταν σε μια Εφορία και ασχολούνταν με συνήθεις ελέγχους.
Ο ίδιος επίσης δήλωνε ότι πέρασε από τον τόπο του εγκλήματος λίγο μετά τη δολοφονία, για να αποδειχθεί ότι πέρασε ύστερα από περίπου δύο ώρες, ενώ η μητέρα ανέφερε ότι είχε κάνει ασφαλιστήριο ζωής δύο ημέρες πριν από τη δολοφονία, για να διαψευστεί από τη δικηγόρο της η οποία είπε ότι αυτό έγινε σε προγενέστερο χρόνο.
