Στην Κουάλα Λουμπούρ παρεπιδημούσα ένα φεγγάρι τη δεκαετία του ’90. Επειτα από μακρά περιπλάνηση στο Μπαλί, την Ιάβα και τη Σουμάτρα, πηγαίναμε για άραγμα στο Κο Πι Πι της νότιας Ταϊλάνδης, μέσω Σιγκαπούρης και ορισμένων δημοφιλών προορισμών της Μαλαισίας. Στην πρωτεύουσά της μείναμε τρεις-τέσσερις μέρες όλες κι όλες. Διακεκριμένο μέλος της συντροφιάς είχε απαυδήσει με την καυτερή κουζίνα της Ανατολής και του κάναμε τη χάρη να τρώμε τα βράδια -με μισή καρδιά οι υπόλοιποι- στο αστραφτερό Μακντόναλντ που πλημμύριζε μέσα-έξω από ντόπιους και ξένους.
Ομάδα φασαριόζων Μαλαίων πιτσιρικάδων καθόταν δίπλα στο μοναδικό ελεύθερο τραπεζάκι του πεζόδρομου, όπου βολευτήκαμε. Ο νους τους έτρεχε διαρκώς στα παπάκια -παραγωγής της χώρας τους- που είχαν παρκαρισμένα στην άσφαλτο λίγο πιο πέρα.
Κάθε τόσο σηκωνόταν ένας τους και επιδιδόταν σε περίτεχνες «σούζες», σχεδόν ακροβατικές, για να εντυπωσιάσει τα δικά τους κορίτσια, ντυμένα ευρωπαϊκά με γαρνιτούρα μουσουλμανικές μαντίλες, και πιο πολύ τις τουρίστριες. Κάναμε χάζι βλέποντας τη φιγούρα και τη λεζάντα τους, ανακουφισμένοι απ’ το ότι παρόμοιο παράτολμο καμάκι δεν διαδραματίζεται μόνο στην Ψωροκώσταινα.
Υστερα από κάμποση ώρα -κοντοσυνομήλικοι καθόσον- πιάσαμε μοιραία ψιλολακριντί σε ακατανόητα αγγλικά και σπαστή Μπαχάσα Μαλαισίας, που μας έμαθαν Ινδονήσιοι φίλοι –είναι ίδια. Δεν έκρυψαν τον ανυπόκριτο ενθουσιασμό τους μόλις πληροφορήθηκαν ότι είμαστε Ελληνες. Αναφέρθηκαν με κολακευτικά επιφωνήματα στον Γιώργο, τον Μάρκο και τον Βαγγέλη, νεαρούς συμπατριώτες μας ναυτικούς και γκαρδιακούς αδελφοποιτούς τους, με τους οποίους συναπαρτίζουν αχτύπητη παρέα, όποτε δένει εδώ το βαπόρι τους.
Ζόρικοι τύποι, είπαν, προσθέτοντας με κατάδηλο αίσθημα ευγνωμοσύνης πως αυτοί, ανάμεσα σε άλλα, τους έμαθαν το κόλπο με τα μηχανάκια. Προηγουμένως είχαν μαύρα μεσάνυχτα σχετικά με τις ζογκλερικές δυνατότητες των δικύκλων. Πρότειναν, μάλιστα, να μας δανείσουν τα σκούτερ τους να ξεχαρμανιάσουμε, αλλά αρνηθήκαμε ευγενικά. Επρόκειτο για καραμπινάτη κακώς εννοούμενη πολιτισμική εκροή.
Ιδιον της φυλής, η μεταλαμπάδευση στους αλλοδαπούς πληθυσμούς των αρνητικών μας στοιχείων και η ταυτόχρονη επίμονη εκ μέρους μας απόρριψη των θετικών τους. Προοδεύσαμε έκτοτε. Εκτός απ’ τη διάδοση αμφιλεγόμενων ηθών και εθίμων διακρινόμαστε πλέον στην εξαγωγή πολιτικού ευτε(πο)λιτισμού και δη σε επίπεδο κορυφής.
Απόδειξη το πρόσφατο δημοσίευμα της «Ελ Παΐς» που χαρακτηρίζει «kolotumba» τον Καρλές Πουτζντεμόν λόγω της υπαναχώρησής του μετά το καταλανικό δημοψήφισμα, παραλληλίζοντάς τον με επιφανή προσωπικότητα της ημεδαπής· όνομα και μη χωριό κατά Αρτα μεριά.
Απολαύστε: «“Κωλοτούμπα” είναι πολιτικός όρος που σημαίνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Η λέξη έγινε διάσημη διεθνώς από τον Αλέξη Τσίπρα» και εννοεί την α λα Κομανέτσι κυβίστησή του τον Ιούλιο του 2015. Προτιμώ πάντως ο εκάστοτε πρωθυπουργός να καταπιάνεται με «σούζες» παρά να στέκει σούζα μπροστά στους εκδορείς του λαού, διδάσκοντας υποτέλεια και να γίνεται παγκόσμιο ρεζίλι των σκυλιών.
