Lucky ★★★½☆☆
(ΗΠΑ, 2017, 88′)
- σκηνοθεσία: Τζον Κάρολ Λιντς
- ηθοποιοί: Χάρι Ντιν Στάντον, Ρον Λίβινγκστον, Ντέιβιντ Λιντς, Μπεθ Γκραντ
Να που μια ταινία για τον θάνατο μπορεί να είναι γεμάτη ζωή, λαμπερή από φύση και φως, συγκινητική μέχρι λυτρωτικών δακρύων και διασκεδαστική μ’ ένα μόνιμα παρόν, χαμηλών τόνων, έξυπνο χιούμορ. Το «Lucky» δεν είναι μια εκπληκτική ταινία: είναι ένα φιλμ μικρό, με απαλά ψεγάδια, που όμως έχει τόσο μεγάλη ψυχή, μια τόσο σαρωτική ερμηνεία από τον Χάρι Ντιν Στάντον, λίγο πριν φύγει, και μια τόσο βαθιά γνώση των ανθρώπινων συναισθημάτων, που κερδίζει για πάντα την αγάπη σου και την πίστη σου, πέρα από κριτικές κι αξιολογήσεις. Είναι μια ταινία της καρδιάς.
Ο Lucky είναι ένας 90χρονος, πεισματάρης κάτοικος μιας μικρής πόλης του Τέξας: ζει μόνος, κάνει ανελλιπώς την πρωινή του γυμναστική, καπνίζει ασταμάτητα, ακούει μουσικές και τσαπίζει τον κήπο του, περιφέρεται στα στέκια του -το πρωινό diner και το βραδινό μπαρ- και μοιράζεται την γκρίνια και τ’ αποφθέγματά του. Είναι άθεος, αλλά πιστεύει στη ζωή. Η ζωή είναι «κάτι» (a thing), τα περισσότερα άλλα είναι «τίποτα» (nothing). Οταν όμως ο Lucky νιώσει μια μικρή αδιαθεσία, θα χρειαστεί ν’ αντιμετωπίσει αυτό που οι άλλοι θεωρούν αυτονόητο: ότι η δική του ζωή σε λιγάκι θα τελειώσει.
Ο, ώς τώρα ηθοποιός, Τζον Κάρολ Λιντς στήνει την ιστορία του στην καρδιά της Αμερικής μ’ ένα μάτσο ήρωες που αψηφούν τα όρια και την πεπατημένη. Η ταινία του είναι φτιαγμένη από μικρές βινιέτες, η μία πιο αξιολάτρευτη από την άλλη. Το ζεστό φως του ήλιου και τα μοβ-μπλε νυχτερινά του τραβούν εικόνες από τη σινεμασκόπ Americana του Τζον Φορντ και τη μελαγχολική ευαισθησία του Τζιμ Τζάρμους –κι αν δεν φτάνουν ακριβώς σε κανένα απ’ τα δύο, η πρόθεση είναι από μόνη της αρκετή. Η ταινία του γεμίζει μουσική και αδειάζει με μια σιωπή γεμάτη σκέψεις.
Τιμώντας τους καρατερίστες ηθοποιούς σαν τον ίδιο τον Λιντς (ή επίσης τον Ντέιβιντ Λιντς σ’ ένα θαυμάσιο δεύτερο ρόλο), σαν το υπόλοιπο καστ που συγκεντρώνεται γύρω από τον Lucky, η ταινία απογειώνει τον καλύτερο απ’ όλους, τον Χάρι Ντιν Στάντον που βρίσκεται ξαφνικά στο κέντρο ενός κόσμου τόσο παρόμοιου με τον δικό του, μ’ έναν ήρωα που έχτισε σιγά σιγά στην καριέρα του και μ’ ένα βλέμμα που αποδεικνύει σε κάθε σκηνή ότι βίωσε τον ρόλο του με την πιο αφοπλιστική αυτογνωσία.
Μπορεί το σενάριο να διακρίνεται από μια απλοϊκότητα, μπορεί οι συγκεντρωμένοι ήρωες να είναι άνισοι, αλλά η τρυφερότητα της ιδέας, η οικουμενικότητα της ανησυχίας για τη θνητότητα και κυρίως ο Στάντον σε μια συνεχόμενα καθηλωτική ερμηνεία δίνουν στην ταινία όλη τη μαγεία και το βάθος που διαφορετικά θα της έλειπαν. Το γεγονός ότι το φιλμ αποτελεί το «αντίο» του υπέροχου ηθοποιού είναι απλώς επιπρόσθετο δώρο. Το ίδιο και η πιο γενναία του συμβουλή: όταν τα πράγματα πηγαίνουν στραβά, όταν φοβάσαι, απλώς χαμογελάς. Ή προσπαθείς.
ΔΑΝΑΟΣ, ΔΙΑΝΑ, ΑΙΓΛΗ, CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ, ΑΤΛΑΝΤΙΣ, ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ
Το μυστικό των Μάρομποουν ★★☆☆☆
(Marrowbone, Ισπανία, 2017, 110′)
- σκηνοθεσία: Σέρχιο Γ. Σάντσεθ
- ηθοποιοί: Τζορτζ ΜακΚέι, Ανια Τέιλορ-Τζόι, Τσάρλι Χίτον, Μία Γκοθ, Κάιλ Σολέρ, Τομ Φίσερ, Νίκολα Χάρισον
Τέσσερα αδέλφια ζουν σε μια απομονωμένη έπαυλη, κλείνοντας με τρόμο τα μάτια στα φαντάσματα που ζουν στο σπίτι τους. Σκηνοθετικό ντεμπούτο του σεναριογράφου του «Ορφανάτου», ένα θρίλερ με πανέμορφη φωτογραφία και στιγμές αληθινής σκηνοθετικής έντασης, αλλά μ’ ένα σενάριο που απλώνεται προς κάθε κατεύθυνση και συναντιέται στα στερεότυπα.
Καζαντζάκης ½☆☆☆☆☆
(Ελλάδα, Γαλλία, 2017, 120′)
- σκηνοθεσία: Γιάννης Σμαραγδής
- ηθοποιοί: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Μαρίνα Καλογήρου, Θοδωρής Αθερίδης, Στάθης Ψάλτης, Ζέτα Δούκα, Αργύρης Ξάφης
Συνεχίζοντας τις ταινίες της άτυπης θεματικής, «τι θα πει να είσαι παραγνωρισμένος Ελληνας», ο Γιάννης Σμαραγδής καταπιάνεται με τον Νίκο Καζαντζάκη -και συγκεκριμένα με την «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη, μαζί με την αναφορά στον «Ελ Γκρέκο» του Σμαραγδή- σε μια ταινία που αποτελεί χαμένη ευκαιρία ενός ενδιαφέροντος, αισθητικά και σεναριακά, φόρου τιμής στον ξεχωριστό στην εθνική μας συνείδηση συγγραφέα και φιλόσοφο.
Η ταινία διαγράφει ένα παιχνίδι στον χρόνο, με επίκεντρο τη διαμονή του Καζαντζάκη και της γυναίκας του Ελένης στην Αντίμπ και αναδρομές, με flash backs, σε διάφορα σημεία της ζωής του Καζαντζάκη, από τα παιδικά χρόνια στην Κρήτη μ’ ένα βίαιο πατέρα, στη Γερμανία, στη Ρωσία, στην Ελλάδα, στα ταξίδια, ακόμα και… στον άλλο κόσμο.
Το φιλμ ξετυλίγεται με μια ανεξήγητη προχειρότητα ή υπερβολική σιγουριά, αρνούμενο οποιαδήποτε φυσικότητα, χωρίς όμως να είναι και συνειδητά υπερβατικό, πράγμα που μπορεί να είχε ενδιαφέρον: κρατά απλώς την αίσθηση ενός ετοιματζίδικου, διαφημιστικού ντεκόρ, με εξόφθαλμη την τοποθέτηση προϊόντων και με γενικά πλάνα, είτε είναι η έρημος, είτε οι νησιώτικες εκκλησιές, σαν παρμένα από ελεύθερης χρήσης διαδικτυακό database ή διαφήμιση του ΕΟΤ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι ερμηνείες, προφανώς με σκηνοθετική καθοδήγηση, διακρίνονται (ακόμα κι αν δεχτείς ότι ο φιλότιμος Παπασπηλιόπουλος παίζει τον Καζαντζάκη από την ηλικία ήδη των 12, αλλά μόνο στο κρεβάτι του θανάτου τον υποδύεται, χωρίς λόγο, ο Στέφανος Ληναίος, ενώ η Μαρίνα Καλογήρου παραμένει ίδια, ελαφρώς γκριζαρισμένη) από μια γκροτέσκα επιτήδευση τόσο στις μεγαλόστομες δραματικές σκηνές (δηλαδή σχεδόν όλη την ταινία), όσο και για παράδειγμα στην ερμηνεία του Νίκου Καρδώνη που ως Αγγελος Σικελιανός θυμίζει παλαιού τύπου camp επιθεωρησιακή ερμηνεία «ομοφυλόφιλου καρατερίστα».
Η ίδια η μελέτη του Νίκου Καζαντζάκη και των οικείων του έχει αποτέλεσμα έναν ήρωα βαθιά συμπλεγματικό, αδύναμο, παροξυσμικό και ρηχό, παρά τον διαλογικό στόμφο, αλλά σε κάθε περίπτωση σημαντικότερο από τις γυναίκες της ταινίας, από την Ελένη Καζαντζάκη και την Εύα Σικελιανού μέχρι κι αυτή τη Μελίνα Μερκούρη της Ζέτας Δούκα, που απεικονίζονται ως τίποτε παραπάνω από υπηρέτριες του αντρικού πνεύματος ή βολικές πολυθρόνες.
Παρότι η πρόθεση της ταινίας είναι ξεκάθαρα να ξανασυστήσει ένα μεγάλο πνεύμα στο ευρύ κοινό, το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας του Γιάννη Σμαραγδή είναι το αντίθετο της σεμνότητας, της αυτονομίας, της γυμνής αλήθειας του έργου και της φυσιογνωμίας του Καζαντζάκη.
Good Time ★★½☆☆☆
(ΗΠΑ, 2017, 101′)
- σκηνοθεσία: Μπένι Σάφντι, Τζος Σάφντι
- ηθοποιοί: Ρόμπερτ Πάτινσον, Μπένι Σάφντι, Μπάντι Ντουρές, Τζένιφερ Τζέισον Λι
Επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ Κανών, παραγωγή των Πάρι Κασιδόκωστα-Λάτση και Τέρι Ντούγκας και μια αληθινά εξαιρετική ερμηνεία από τον Ρόμπερτ Πάτινσον, στη νέα, γεμάτη ενέργεια και νεοϋορκέζικο αστικό σκοτάδι, ταινία των αδελφών Σάφντι, ένα βρόμικο, ιλιγγιώδες θρίλερ, βγαλμένο από το αμερικανικό σινεμά του ’70.
Μια ληστεία πηγαίνει στραβά κι ο Κόνι είναι αναγκασμένος, τρέχοντας ενάντια στον χρόνο, να βρει τρόπο να σώσει από τη φυλακή τον αδελφό και συνεργό του που πάσχει από νοητική υστέρηση. Σπινταρισμένος ρυθμός που ταιριάζει με την αδιάκοπη μουσική των Oneohtrix Point Never και το τραγούδι του Ιγκι Ποπ για την ταινία, προθέσεις νεο-πανκ σινεμά με τον συναισθηματισμό του Κασσαβέτη, ένας αντιήρωας στο επίκεντρο και μια ενδιαφέρουσα, εμμονική αδελφική σχέση, μπορεί να μη φτάνουν στην ουσία των προθέσεών τους σεναριακά, αλλά σίγουρα προσφέρουν πανέμορφα πλάνα σε φιλμ και εθιστική ένταση.
ODEON STARCITY, VILLAGE MALL, VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, ΑΕΛΛΩ CINEMAX, ΑΘΗΝΑΙΟΝ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ, CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ, ΑΙΓΛΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΛΛΙΘΕΑ, ΕΛΛΗ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, NANA CINEMAX, ΟΝΑΡ, ΣΙΝΕ ΑΝΟΙΞΙΣ, ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ
Η τελευταία οικογένεια ★★☆☆☆
(Ostatnia Rodzina, Πολωνία, 2016, 123′)
- σκηνοθεσία: Γιαν Ματουζίνσκι
- ηθοποιοί: Αντρζέι Σεβερίν, Νταβίντ Ογκρόντνικ, Αλεξάντρα Κονιέτσνα, Αντρζέι Χάιρα
Η ιστορία της διάσημης και εκκεντρικής οικογένειας του καλλιτέχνη Ντζίζλαβ Μπεκσίνσκι σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κι ιδιοσυγκρασιακό φιλμ, που παρασύρεται σε διάρκεια από την ίδια του την ιδιαιτερότητα, αλλά ξεχωρίζει ώς το τέλος χάρη στον απίθανο πρωταγωνιστή του που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο.
