Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ενας εκδοτικός οίκος που αγαπά τα παιδιά, τις όμορφες ιστορίες, τους ξεχωριστούς χαρακτήρες και τις φανταστικές εικόνες! Ενας παιδικός εκδοτικός οίκος, με ιδιαίτερα βιβλία από όλο τον κόσμο».

Με αυτά τα λόγια προλογίζουν στην ιστοσελίδα του νέου εκδοτικού τους οίκου, «Μικρή Σελήνη», τα δύο αδέρφια, η Μαρία και ο Φίλιππος Ψύχαλου, την καινούργια τους διαδρομή στον κόσμο των βιβλίων (εκδόσεις Ψύχαλου), που στόχο έχει τη σμίλευση της παιδικής ψυχής. Εναυσμα για την καινούργια δραστηριότητά τους, η ιδιότητά τους ως γονέων, όπως καταθέτουν.

«Τα παιδιά μας είναι η έμπνευσή μας και το διάβασμα η αγαπημένη μας ασχολία. Ετσι κάπως ξεκίνησε η ιδέα της “Μικρής Σελήνης”! Παιδικά βιβλία από όλο τον κόσμο, με ιδιαίτερες ιστορίες, ανατρεπτικούς ήρωες και υπέροχες εικονογραφήσεις». 

Με την ίδια ιδιότητα, αυτή του γονέα και του ανθρώπου που αγαπά ιδιαίτερα τα παιδικά βιβλία και τις παιδικές ταινίες, διάβασα τους τρεις πρώτους τίτλους που εξέδωσαν και μόνο υπό αυτή την ιδιότητα θα γράψω γι’ αυτά που ένιωσα, που με άγγιξαν, που μου έκαναν εντύπωση, διαβάζοντάς τα ένα ένα. 

Τα αισθήματα που με κατέκλυσαν όταν διάβασα και τα τρία, τη «Ρόζα το τερατάκι» της Olga de Dios, τον «Αρκούδο και το πιάνο» και το «Ο παππούς μου έχει φίλο έναν γίγαντα» του David Litchfield, ήταν πληρότητα και βαθιά ικανοποίηση, που προήλθε από τον συνδυασμό πολλών παραγόντων που κάνουν ένα βιβλίο να μιλήσει στην καρδιά μιας ύπαρξης. 

Θα ξεκινήσω από την τόσο σημαντική πρώτη πληροφορία που παίρνουν τα μάτια και δεν είναι άλλη από την ομορφιά, την αισθητική της εικονογράφησης, που ανάλογα με τη ροπή της, προς το ωραίο και φωτεινό εν προκειμένω, προετοιμάζει την ψυχή των παιδιών να δεχτεί, σαν εύφορο έδαφος, τον σπόρο της ιδέας καθενός βιβλίου αλλά και τα εισάγει στον κόσμο του κάλλους. 

Τα χρώματα των σχεδίων, έντονα, ζεστά, και η αισθαντικότητά τους πέφτουν σαν φως ηλιακό, σαν νεραϊδόσκονη πάνω στο χαρτί και του δίνουν ζωή, προετοιμάζουν τη βλάστηση του μηνύματος. 

Και έρχονται κατόπιν τα λόγια να ταξιδέψουν σαν μαγικά χαλιά παιδιά και ενήλικες, να σε μυήσουν με την πιο απλή γλώσσα, σαν μαγεμένος αυλός, στον μαγικό κόσμο της δημιουργίας της ατομικής συνείδησης.

Πατήματα σταθερά, σαν τα λευκά χαλίκια που έριχνε πίσω του ο Χάνσελ καθώς ο πατέρας του τον οδηγούσε μαζί με την Γκρέτελ στο δάσος της ζωής. Ιχνηλατήματα που δημιουργούν μονοπάτια στην καρδιά, ποταμούς στην ψυχή για τη ροή της γνώσης, των αισθημάτων που οδηγούν στο «ευ». 

Της καλοσύνης, της αδερφοσύνης, της απουσίας φόβου ή του έλλογου ελέγχου του φόβου, της αποδοχής της διαφορετικότητας της καθεμιάς ύπαρξης, που από τη γέννησή της είναι μοναδική και πρωτότυπη. Της φιλίας, της εμπιστοσύνης, που είναι ο θεμέλιος λίθος των σχέσεων, της αγάπης.

Αρετές που δημιουργούν δρόμους στη ζωή και ωθούν, δίνουν κουράγιο για την εξερεύνησή της, την ανακάλυψη του τι σε συγκινεί, τι σε δονεί και τι από όλα αυτά τα πετραδάκια που θα συναντήσεις στο διάβα της θα κρατήσεις στη δική του τσέπη για το χτίσιμο της δικής σου προσωπικότητας και βέβαια, επειδή την επιλογή των πρώτων βιβλίων και ερεθισμάτων την έχουμε εμείς ως γονείς, της προσωπικότητας που θα ήθελες να αναπτύξει το παιδί σου. 

Ετσι, μεταφέρθηκα σε μια ονειρική, σχεδόν χριστουγεννιάτικη διάθεση διαβάζοντας το «Ο παππούς μου έχει φίλο έναν γίγαντα» του εικονογράφου-συγγραφέα David Litchfield, γιατί μου αρέσουν οι μύθοι με τους γίγαντες που είναι πάντοτε ευγενείς και καλοκάγαθοι, γιατί έχουν να κάνουν με την επαφή με το απίθανο, άρα και μεταφυσικό, με την πίστη στην ύπαρξη του λογικά αδύνατου, άρα και στην ελπίδα. 

«Ο φίλος μου ο γίγαντας κάνει όλες αυτές τις καλές πράξεις, χωρίς να τραβά την προσοχή κανενός. Αλλωστε, μόνο εγώ τον έχω γνωρίσει…» λέει ο παππούς στον μικρό Νικόλα, αφού έχει απαριθμήσει ένα σωρό καλοδουλειές του γίγαντα.

«Μα, παππού, αν ο γίγαντας είναι τόσο καλός και βοηθά όλο τον κόσμο, γιατί θέλει να μην τον ξέρει κανείς;».

«Γιατί οι άνθρωποι φοβούνται καθετί το διαφορετικό».

Μια μεγάλη διαπίστωση κι ένας μεγάλος κανόνας στις συμπεριφορές των ανθρώπων απανταχού που ταλανίζει έως σήμερα τον πολιτισμό μας.

Γιατί το διαφορετικό έχει πολλές εκφάνσεις. Είναι αυτός που δεν ακολουθεί τη μόδα, είναι ο ξένος, ο αλλόθρησκος, ο πρόσφυγας, πολλές οι διαφορετικότητες. 

Σίγουρα, αυτή δεν είναι η μοναδική ανάγνωση που μπορεί να έχει το βιβλίο αυτό. 

Μπορεί, όπως και το «Ο αρκούδος και το πιάνο», να χρησιμοποιηθεί σαν παιδαγωγικό υλικό από παιδαγωγούς που αγαπούν το επάγγελμά τους και από γονείς που χρησιμοποιούν τα παραμύθια για να παίξουν και να μοιραστούν ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά τους. 

«Μια μέρα, μέσα στο δάσος, ένα μικρό αρκουδάκι ανακάλυψε κάτι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Απλωσε διστακτικά την πατούσα του για να το αγγίξει. Ντανγκ! Το παράξενο πράγμα έβγαλε έναν απαίσιο ήχο…».

Ηταν η πρώτη επαφή με τη μουσική και ένα πιάνο για τον μικρό αρκούδο, που μέρα με τη μέρα περνούσε όλο και πιο πολλές ώρες παίζοντας τα πλήκτρα του, μέχρι που μεγάλωσε κι έφτασε να γίνει μεγάλος και τρανός μουσικός, στην πόλη όμως, μακριά από το δάσος και τους φίλους του που μέχρι τότε ήταν το κοινό του, οι φίλοι του, η παρέα του.

Θα μπορέσει μόνο μέσα από την επιτυχία να νιώσει απόλυτα ευτυχισμένος, μακριά από τους φίλους του; Κι αυτοί θα τον θυμόνται ή θα του κρατούν κακία αφού έφυγε μακριά τους για να κυνηγήσει το όνειρό του

Ευχαριστήθηκα κατάβαθα τον αριστοτεχνικό τρόπο αποδόμησης και ξηλώματος ενοχών γενεών και γενεών, παιδιών που έγιναν μεγάλοι χωρίς να επιδιώξουν, χωρίς να τολμήσουν να βάλουν το χέρι στο βάζο με το μέλι και να γευτούν τη χαρά τού να κυνηγάς το όνειρό σου και να ξέρεις ότι στον δύσκολο στόχο σου έχεις αρωγούς οικογένεια και φίλους.

«Οι φίλοι του δεν τον είχαν ξεχάσει ούτε ήταν θυμωμένοι μαζί του. Αντιθέτως, ήταν πολύ περήφανοι. Ο αρκούδος συνειδητοποίησε πως, όπου κι αν πήγαινε και ό,τι κι αν έκανε, θα είχε τους φίλους του να τον στηρίζουν και να τον παρακολουθούν από μακριά». 

Οχι απλά η ανεμπόδιστη από τον περίγυρο ευόδωση των στόχων του, αλλά η σταθερή θετική υποστήριξη του αρκούδου σε ό,τι επέλεξε ήταν για μένα το κύριο μήνυμα, χωρίς να χάνει όμως σε βαρύτητα νοήματος και το γεγονός ότι δεν έγινε τυχαία μεγάλος και τρανός μουσικός, αλλά με καθημερινό κόπο εξάσκησης του ταλέντου που ανακάλυψε ότι είχε εξερευνώντας το δάσος.

Αραγε, τι δουλειά έχει ένα πιάνο καταμεσής του δάσους; Και τι θα γινόταν αν δεν εξερευνούσε, αν δεν τολμούσε να δοκιμάσει, να περιηγηθεί μονάχο του σε ένα τεράστιο δάσος; Οι συμβολισμοί, τόσο όμορφα δοσμένοι. 

Αυτό όμως που λάτρεψα στην κυριολεξία, ήταν το τεράστιο, μονόφθαλμο, ροδαλό, χαρούμενο και γελαστό τερατάκι, που το λέγαν Ρόζα.

Η «Ρόζα το τερατάκι» με τον καλό της χαρακτήρα, την ευδιαθεσία της, το όμορφο χρώμα της, την παιχνιδιάρικη διάθεσή της καθαιρεί με έντεχνο τρόπο τον φόβο κάθε παιδιού για το «τέρας».

Η λέξη τέρας (φαινόμενο ασυνήθιστο, καθετί διαπλασμένο μη φυσιολογικά) αλλά και η ύπαρξη ενός τέρατος στο μυαλό κάθε παιδιού, αλλά και ενήλικα, είναι διαφορετική. 

Και η Ρόζα στις σελίδες του βιβλίου της Olga de Dios ανακαλύπτει νέους τόπους μακριά από την ολόλευκη, άχρωμη πόλη της και τους μικρούς συντοπίτες της, που ποτέ δεν χαμογελούσαν γιατί δεν είχαν στόμα, αλλά ράμφος.

Βρίσκει το κουράγιο να περπατήσει προς το άγνωστο, το καινούργιο, γνωρίζει και κάνει νέους φίλους που όλοι τους είχαν κι ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Ηταν όλοι διαφορετικοί μεταξύ τους.

«Το θηρίο μπαλάκι που αντί να περπατάει κυλούσε χωρίς σταματημό, το κίτρινο πουλάκι, το μπλε τερατάκι που με τα μακριά του χέρια έκανε τις πιο σφιχτές αγκαλιές και τον βάτραχο τρίκλωπα». 

Η μικρή γλυκιά Ρόζα με πήρε από το χέρι, με έκανε φίλη της, με δέχτηκε στην παρέα της και με ανέβασε στο ομορφότερο ουράνιο τόξο, απ’ όπου μπορούσα να δω την πλουμιστή με χρώματα, γέλια και χαρά πόλη, που αποφάσισε πλέον να είναι το σπίτι της. Κι όταν έκλεισα το βιβλίο, δεν σταμάτησα να χαμογελώ. 

Καλή ανάγνωση εύχομαι.