Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι λεπτομέρεια της σχολικής ζωής ο χαρακτηρισμός της διαγωγής των μαθητών; Προφανώς και όχι, διαφορετικά η κατάργησή της τον προηγούμενο Μάρτιο δεν θα είχε επιφέρει τις σφοδρές αντιδράσεις της Νέας Δημοκρατίας.

Υπό την πίεση αυτών των αντιδράσεων, το υπουργείο Παιδείας υπαναχώρησε και στο νέο σχέδιο νόμου που αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και βρίσκεται σε διαδικασία διαβούλευσης, η διαγωγή επανέρχεται. Το ότι δεν θα αναγράφεται στον τίτλο σπουδών πολύ μικρή σημασία έχει. Η ουσία του προβλήματος έγκειται στον τρόπο που λειτουργεί στη σχολική ζωή.

Είναι γνωστό ότι στις ομάδες αναπτύσσονται δυναμικές. Είναι επίσης γνωστό ότι ο λόγος δεν περιγράφει, αλλά συγκροτεί ταυτότητες. Η θεσμοθέτηση του χαρακτηρισμού της διαγωγής και μάλιστα η αναγωγή της σε παιδαγωγικό εργαλείο κατακερματίζει το όποιο ομαδικό πνεύμα και διακινδυνεύει, αντί να «συνετίσει», να συμβάλει στη διαμόρφωση ταυτοτήτων που ακουμπούν πάνω στις συμπεριφορές που θεωρητικά θέλει να αντιμετωπίσει.

Το να υπάρχει χαρακτηρισμός της διαγωγής των μαθητών είναι πρωτίστως ένα πειθαρχικό μέτρο – ελάχιστη σχέση έχει με την προαγωγή της παιδαγωγικής σχέσης. Ακουμπάει σε μια κουλτούρα εκπαίδευσης που στηρίζεται στην τιμωρία και την πειθαρχία.

Είναι μάλιστα μια κουλτούρα τόσο βαθιά ριζωμένη που μοιάζει πια αυτονόητη. Θεωρούμε αυτονόητο ότι τα παιδιά πρέπει να μάθουν να πειθαρχούν, προκειμένου να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ενήλικης ζωής.

Και θεωρούμε επίσης αυτονόητο ότι αν δεν το κάνουν, θα υποστούν τις συνέπειες, οι οποίες είναι συνήθως τιμωρητικές στην κατεύθυνση του -προσωρινού ή μόνιμου-, αποκλεισμού από την ομάδα (είτε τη σχολική είτε αργότερα την επαγγελματική, κοινωνική κ.λπ.). Την ώρα όμως που μιλάμε για ανοιχτά και συμπεριληπτικά σχολεία, είναι δυνατόν να παραμένει μια τέτοια κουλτούρα αποκλεισμού και τιμωρίας στο κέντρο της σχολικής ζωής; Δεν είναι μόνο αναποτελεσματική, είναι κυρίως υπονομευτική της επιτυχίας της οποιασδήποτε προσπάθειας μεταρρύθμισης.

Παρά τα επιχειρήματα που συνήθως επιστρατεύονται για να δικαιολογήσουν αυτή την κουλτούρα και που υποτιθέμενα προσβλέπουν στο μακροπρόθεσμο συμφέρον των παιδιών, στο κέντρο τους βρίσκεται πάντοτε ο φόβος. Η συμβουλή «Πρόσεξε μη σου πάρουν τον αέρα» δίνεται τόσο σε νέους γονείς όσο και σε νέους εκπαιδευτικούς και στην ουσία μεταβιβάζει από γενιά σε γενιά τον φόβο απώλειας του ελέγχου πάνω στην επόμενη. Σαν να υπάρχει ένας ακήρυχτος ανταγωνισμός της κοινωνίας των ενηλίκων με τα παιδιά της, ένας φόβος απέναντι στο ίδιο της το μέλλον.

Ο πραγματικός φόβος ωστόσο δεν αφορά ποτέ τον άλλον. Ο φόβος μπορεί να προβάλλεται πάνω στον άλλον, αλλά είναι πρωτίστως μια εσωτερική αναμέτρηση με τις δικές μας αδυναμίες και ανεπάρκειες. Επομένως, δεν μπορεί να είναι ο καλύτερος σύμβουλος για να οδηγήσεις νέους ανθρώπους στην ελευθερία.

Οπως και κάθε ομάδα, για να λειτουργήσει το σχολείο χρειάζονται κανόνες. Δεν είναι ανάγκη όμως στο κέντρο τους να υπάρχει ούτε η πειθαρχία ούτε η τιμωρία. Υπάρχει μια έννοια που κερδίζει συνεχώς έδαφος στις πολιτικές επιστήμες: η ήπια δύναμη.

Αντί για την επιβολή, στηρίζεται στην ελκυστικότητα και τη γοητεία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι καταλήγει σε μια ασύδοτη επιτρεπτικότητα. Σαφώς θα πρέπει να υπάρχουν κανόνες που ρυθμίζουν την εσωτερική ζωή του σχολείου, αλλά οι κανόνες αυτοί να μην έχουν τη μορφή ενός πλαισίου που επιβάλλεται, αλλά ενός συμβολαίου που συνάπτουν τα μέλη της ομάδας μεταξύ τους. Μέσα από την τήρηση του συμβολαίου αυτού θα διαμεσολαβούν τα μέλη της ομάδας την αξιοπρέπειά τους.

Η οργάνωση μιας ομάδας με την επίκληση της ήπιας δύναμης βασίζεται στη συνεργασία, με συνέπεια να επιφέρει αποτελέσματα με αντοχή στον χρόνο. Δεν πρόκειται για μια απλή διαδικασία: όποιος ασκεί την ήπια δύναμη πρέπει να έχει σαφή πρότυπα και στόχους και να μπορεί να προσφέρει ένα ελκυστικό παράδειγμα, το οποίο να νομιμοποιείται μέσα από έναν συνδυασμό κουλτούρας, πολιτικής και διοικητικών ικανοτήτων.

Οταν ασκείται επιτυχημένα, η συμμόρφωση απορρέει από την αποδοχή και από τη διάθεση συμμετοχής. Αντίστροφα, χωρίς αποδοχή, το όλο οικοδόμημα είναι καταδικασμένο να αποτύχει, όπως ακριβώς η μηχανή στη «σωφρονιστική αποικία» του Κάφκα.

Πώς μεταφράζονται όλα αυτά στην πραγματικότητα του σχολείου; Πώς θα μπορούσε η σχολική κουλτούρα να βασιστεί πάνω στην ήπια δύναμη και να αποτελέσει καθημερινή άσκηση δημοκρατίας; Πώς, αντί να «εξορίζονται» τα παιδιά από το σχολείο, θα φτάσουμε σε ένα σχολείο φιλόξενο, ανοιχτό και συμπεριληπτικό; Εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν. Το βέβαιο είναι ότι απαιτούνται βαθιές τομές στις νοοτροπίες, τόσο εντός όσο και εκτός σχολείου. Το ζήτημα δεν είναι μόνο παιδαγωγικό.

Είναι βαθιά πολιτικό. Σχετίζεται με ζητήματα όπως το πώς φανταζόμαστε τους όρους και τα όρια της ατομικής ελευθερίας σε ένα κοινωνικό σύνολο, πώς διαχειριζόμαστε τη διαφορετικότητα και την απόκλιση, πώς μπορούμε να παντρέψουμε την ατομικότητα με τη συλλογικότητα. Αν δεν απαντήσουμε με θάρρος στα ζητήματα αυτά, μεταρρύθμιση δεν γίνεται και τα σχολεία, αντί για εφαλτήρια ελευθερίας, θα μετατραπούν σε αρένες.

* ιστορικός