Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ο παππούς μου από τη Λιβαδειά είχε πρόβλημα στα μάτια και δεν άντεχε τα χρώματα. Οπότε μάλλον το κληρονόμησα. Οι πιο αγαπημένες μου ταινίες είναι ασπρόμαυρες».

Δεν είχαν περάσει δύο λεπτά από την έναρξη του masterclass και ο Αλεξάντερ Πέιν είχε καταφέρει να κάνει την κατάμεστη αίθουσα της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης να ξεκαρδίζεται.

Εκφραστικός, αστείος, άνετος και με μια βαθιά αγάπη για την Ελλάδα, ο ξεχωριστός κινηματογραφιστής που χρόνια τώρα διαπρέπει στο Χόλιγουντ ήρθε στην Αθήνα για να τιμηθεί από το 30ό Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. 

Σε λίγο καιρό θα βγει στις αίθουσες η νέα του ταινία «Downsizing» με πρωταγωνιστή τον Ματ Ντέιμον (έχει στοιχεία επιστημονικής φαντασίας και γερές δόσεις κοινωνικο-πολιτικής σάτιρας), αλλά στη χθεσινή μας συνάντηση θυμήθηκε όλη τη διαδρομή. Αυτή που ξεκίνησε το 1996 με τον «Πολίτη Ρουθ» κι έφτασε ώς το πρόσφατο «Nebraska» (2013). 

Γεννημένος στη Νεμπράσκα, αλλά με καταγωγή από το Αίγιο και τη Λιβαδειά, ο υπέροχος 56χρονος Ελληνοαμερικανός δημιουργός και κάτοχος δύο Οσκαρ κάθισε στη σκηνή παρέα με τον Νίνο Φένεκ Μικελίδη, ψυχή του Φεστιβάλ, και με όπλο το έξοχο χιούμορ του -που γίνεται ακόμα πιο χαριτωμένο όταν «πετά» ελληνικές λέξεις και φράσεις- απάντησε στο ελληνικό κοινό με ειλικρίνεια κι ευαισθησία για ό,τι κι αν ρωτήθηκε. 

 Για την απόφασή του να γίνει σκηνοθέτης: «Στο σπίτι μεγαλώσαμε με το σύνδρομο του μετανάστη. Ετσι, ο αδερφός μου έγινε γιατρός και εμένα η οικογένεια με προόριζε για δικηγόρο. Εγώ, από την άλλη, αποφάσισα στα 5 ότι θα ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Δεν ήξερα αν έχω ταλέντο, ήξερα ότι μόνο αυτό με μάγευε». 

 Πώς ξεκινά μια ταινία: «Δεν είμαι σαν τον Κριστόφ Ζανούσι ή τον Γούντι Αλεν που μπορούν να κάνουν πολύ συχνά ταινίες. Δεν είμαι αυτό που λένε γρήγορος. Χρειάζομαι αρκετή προετοιμασία κι άρα η ιδέα πρέπει να είναι πολύ δυνατή. Πέφτω σε μια νέα παραγωγή σαν τον αλεξιπτωτιστή στο άγνωστο. Συχνά η επιλογή των ηθοποιών με σώζει. Το έξυπνο casting είναι το 95% μιας ταινίας. Δεν ξέρω αν είμαι καλός σκηνοθέτης, αλλά ξέρω ότι διαλέγω τους κατάλληλους». 

 Οι αγαπημένοι του ηθοποιοί: «Αγαπώ πολύ τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και τη Σιμόν Σινιορέ γι’ αυτήν την κούραση που αποπνέουν. Αγαπώ επίσης την Αννα Μανιάνι και τον Μάρλον Μπράντο γιατί είναι ηφαίστεια και σε κάνουν να θέλεις να είσαι δίπλα σε αυτή τη φωτιά. Σε σχέση με τους ηθοποιούς του θεάτρου που κάνουν ατελείωτες πρόβες στον καθρέφτη κι επαναλαμβάνουν συνέχεια τα ίδια, προτιμώ τους κινηματογραφικούς για τον αυθορμητισμό τους». 

 Πώς δουλεύει με ηθοποιούς: «Εχω καταλήξει πως το ιδανικό είναι αυτό που είχε κάποτε πει η Μέριλ Στριπ: “Διαβάζω μια-δυο φορές το σενάριο μιας ταινίας, καταλήγω αν όντως θέλω να την κάνω κι έπειτα αφήνω τα πάντα στην άκρη μέχρι να αρχίσουν τα γυρίσματα. Μια μέρα πριν διαβάζω ασταμάτητα τα λόγια μου. Αλλά όλο το προηγούμενο διάστημα έχω φροντίσει να μεταμορφωθώ στο πρόσωπο του ρόλου”». 

 Το όνειρό του για τον ελληνικό κινηματογράφο: «Θέλω να δω περισσότερες ελληνικές ταινίες να ταξιδέψουν στον κόσμο. Ελπίζω ο Γιώργος Λάνθιμος να είναι ο πρώτος από μια σειρά δημιουργούν που θα πάνε το πράγμα παρακάτω. Ελπίζω κάποτε να επιστρέψει και να κάνει ταινίες με ελληνικά θέματα». 

 Για το σκάνδαλο Γουαϊνστάιν: «Χρηματοδότησε την πρώτη μου ταινία κι από την αρχή κατάλαβα ότι πρόκειται για περίεργο άτομο. Αυτός είναι ο λόγος που δεν ήθελα πολλά πολλά. Δεν εκπλήσσομαι αλλά τρομάζω με τις εξελίξεις. Πρόκειται για ένα σεξουαλικό έγκλημα που δυστυχώς διαρκούσε πάρα πολλά χρόνια. Με ανακουφίζει όμως ότι, έστω και τώρα, υπήρξαν κάποιοι που είπαν “εγώ αυτό δεν θα το ανεχτώ άλλο”. Ελπίζω να μην είναι πολύ αργά για να αλλάξουν τα πράγματα». 

 Για τον Κέβιν Σπέισι: «Δεν γνωρίζομαι με τον άνθρωπο αλλά όλοι ξέραμε εδώ και 500 χρόνια ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Δεν καταλαβαίνω γιατί τόσο καιρό δεν έλεγε τίποτα αλλά δεν με ενδιαφέρει και καθόλου». 

 Οι αγαπημένες του ταινίες: «Οι επτά σαμουράι» («ταινία που πρωτοείδα στα 5 μου χρόνια και στην οποία χρωστάω το ότι ασχολήθηκα με το σινεμά») και το «Red Beard» του Ακίρα Κουροσάβα, «Το τελευταίο απόσπασμα» του Χαλ Ασμπι, το «8 1/2» του Φελίνι, «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» του Σέρτζιο Λεόνε, «Ο Νονός 1» και κυρίως «Ο Νονός 2» του Φράνσις Φορντ Κόπολα, το «Χάρτινο Φεγγάρι» του Μπογκντάνοβιτς. 

 Tο κερασάκι στην τούρτα 

Η ερώτηση που του έκανε η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία μετά τη συνέντευξη Τύπου του Κεν Λόουτς ήρθε και στο masterclass του Αλεξάντερ Πέιν, παρακολούθησε από την πρώτη σειρά τη συζήτηση και λίγο πριν από το τέλος τού απηύθυνε τον λόγο: «Αλεξάντερ, θέλω να μιλήσουμε για τον τρόπο που οι δημιουργοί στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται από το κράτος. Βασικά υπάρχει μια τακτική ελέγχου της τέχνης και πολλοί από αυτούς υποτάσσονται. Ποιο μήνυμα θα έστελνες σε εκείνους που νιώθουν την παρέμβαση και την τρομοκρατία του ελέγχου;»…

«Κατ’ αρχάς διευκρινίστε μου πώς ακριβώς το κράτος ασκεί αυτόν τον έλεγχο» της είπε ο Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης και το κοινό άρχισε να κρυφογελά.

«Δεν ξέρω πραγματικά τι να πω… Ισως απάντηση θα μπορούσαν να σας δώσουν οι δημιουργοί στα σοβιετικά και κομμουνιστικά καθεστώτα, τα αριστουργήματα που έγιναν στην Πολωνία, οι ταινίες που γυρίστηκαν επί δικτατορίας Φράνκο, αυτές που σήμερα γυρίζονται στο Ιράν. Μιλάμε δηλαδή για εποχές και περιοχές που πράγματι η τέχνη λογοκρινόταν. Κι όμως, ακόμα και τότε οι καλλιτέχνες έβρισκαν τα ψυχικά αποθέματα και τη δύναμη να εκφραστούν», της είπε και η αίθουσα σείστηκε από τα χειροκροτήματα.