Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εκνευρισμό προκαλεί σε Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη η εμμονή που επιδεικνύει τις τελευταίες ημέρες το ΔΝΤ για ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών ύψους 10 δισ. ευρώ, λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη της τρίτης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος.

«Οι ελληνικές τράπεζες είναι καλά κεφαλαιοποιημένες και τώρα προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη μείωση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, κάτι το οποίο περιγράφεται εκτενώς στο μνημόνιο οικονομικής πολιτικής και τη συμφωνία του περασμένου Ιουνίου με τις ελληνικές αρχές», δήλωσε χθες η εκπρόσωπος του επιτρόπου Οικονομίας Πιερ Μοσκοβισί, Ανίκα Μπράιτχαρντ, όταν της ζητήθηκε να σχολιάσει τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ.

Τραπεζικές πηγές υπενθύμιζαν ότι τον Ιούλιο, έναν μήνα μετά την ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης, η Κριστίν Λαγκάρντ είχε ανοίξει το θέμα ζητώντας τη διατήρηση του «μαξιλαριού» ασφαλείας των 10 δισ. ευρώ για ενδεχόμενη νέα ανακεφαλαιοποίηση λόγω του υψηλού επιπέδου «κόκκινων» δανείων αλλά και της χαμηλής ποιότητας των κεφαλαίων.

«Οι εποπτικές αρχές πρέπει να κάνουν επιπλέον ενέργειες, περιλαμβανομένων επικαιροποιημένων asset quality review (AQR) και stress test, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες πριν από το τέλος του προγράμματος», είχε προτρέψει τότε η Λαγκάρντ την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Παράλληλα, οι ίδιες πηγές παρέπεμπαν στην απάντηση που είχε δώσει τότε εκπρόσωπος της ΕΚΤ, τονίζοντας ότι «η Φρανκφούρτη έχει αποφασίσει για τις εποπτικές προτεραιότητές της, σχετικά με τις ελληνικές τράπεζες, για τους επόμενους 12 μήνες. Είναι γνωστές και περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, επιτόπιους ελέγχους σε συγκεκριμένους τομείς των διάφορων ελληνικών τραπεζών»

Οι ελληνικές τράπεζες, όπως είναι γνωστό, έχουν συγκεκριμένο τριετές πλάνο μείωσης των «κόκκινων» δανείων, το οποίο έχει εγκρίνει ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) της ΕΚΤ. Ετσι τα όσα υποστηρίζει το ΔΝΤ ερμηνεύεται ως αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας των σχεδίων αυτών.

Οι ίδιες πηγές, εξάλλου, υπογράμμιζαν ότι δεν υπάρχει επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών, ούτε αύξηση «κόκκινων» δανείων να στηρίζουν την επιχειρηματολογία του ΔΝΤ ώστε να καταφύγει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα σε μια νέα ανακεφαλαιοποίηση με δημόσιο χρήμα – δηλαδή, με άντληση κεφαλαίων από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) που θα αύξανε το χρέος κατά 10 δισ. ευρώ, τη στιγμή μάλιστα που δεν έχουν αποσαφηνιστεί τα μέτρα ελάφρυνσής του.

Αντίθετα, υπάρχει το θεσμικό πλαίσιο (εξωδικαστικός μηχανισμός, ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, δευτερογενής αγορά δανείων) ώστε να γίνει πιο αποτελεσματική η διαχείριση των προβληματικών χαρτοφυλακίων των τραπεζών.

Οπως υπογραμμίζει Ελληνας τραπεζίτης, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί θέλουν πρώτα να δουν πόσο θα μειωθούν τα «κόκκινα» δάνεια ως απότοκο της οικονομικής ανάπτυξης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τουρισμό. Από την άλλη πλευρά, το ΔΝΤ θεωρεί ότι τα «κόκκινα» δάνεια πρέπει να πουληθούν σε πολύ χαμηλές τιμές και η διαφορά να καλυφθεί με νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Επιπρόσθετα, αυτό που υπογραμμίζει η τραπεζική αγορά είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν προχωρήσει ήδη σε ενέργειες ενίσχυσης της κεφαλαιακής τους βάσης και ρευστότητας (π.χ. πώληση θυγατρικών στα Βαλκάνια) ώστε να είναι θωρακισμένες. Επιπλέον, η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση έγινε με βάση το δυσμενές σενάριο, το οποίο προέβλεπε δυσμενέστερες οικονομικές συνθήκες και υψηλότερα «κόκκινα» δάνεια.

Υπενθυμίζεται ότι τότε οι ιδιώτες επενδυτές επένδυσαν περίπου 5,3 δισ. ευρώ στις τέσσερις συστημικές και το ΤΧΣ 5,4 δισ. ευρώ, ποσό που επιβάρυνε το δημόσιο χρέος, αλλά υποπολλαπλάσιο των 25 δισ. ευρώ που είχαν αρχικά προβλεφθεί.

«Ρωτήστε το ΔΝΤ γιατί ανοίγει θέμα την ώρα που υπάρχει αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, επιστρέφουν οι καταθέσεις και η πραγματική οικονομία δείχνει σημάδια ανάκαμψης», ήταν το σχόλιο τραπεζικής πηγής.

Οι υποψίες ότι η ρητορική του ΔΝΤ για τις τράπεζες είναι προσχηματική και υποκρύπτει άλλες σκοπιμότητες και επιδιώξεις φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από βάσιμες.

Καθώς το Ταμείο δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν θα παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα και υπό ποίους όρους.