Αιμιλία Σαλβάνου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα μέσα του 19ου αιώνα μια μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση βρισκόταν στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης στις ΗΠΑ. Εμπνευστής της ήταν ο Οράτιος Μαν, πολιτικός του κόμματος των Φιλελευθέρων και μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Τι το καινούργιο έφερνε;

Ο Μαν υποστήριξε και συνέβαλε καθοριστικά στην καθιέρωση της καθολικής, δωρεάν και δημόσιας παιδείας στις ΗΠΑ, η οποία, υποστήριζε, θα έπρεπε όχι μόνο να μεταδίδει γνώσεις, αλλά να είναι κοσμική και να καλλιεργεί εκείνες τις αρετές που είναι απαραίτητες για τη συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατία.

Για τον λόγο αυτό έδινε ιδιαίτερη σημασία στη φοίτηση μαθητών και μαθητριών από διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα στο ίδιο σχολείο, θεωρώντας ότι αυτή η ανάμιξη θα αποτελούσε εχέγγυο για την αποτελεσματική λειτουργία της δημοκρατίας – σε μια εποχή μάλιστα που η κοινωνία των ΗΠΑ ήταν βαθύτατα διαιρεμένη με το θέμα της δουλείας, λίγα μόλις χρόνια πριν από τον εμφύλιο πόλεμο.

Η ιστορία αυτή μας ενδιαφέρει στον βαθμό που είναι ενδεικτική των κοινωνικών και πολιτικών ζυμώσεων που συνέβαιναν τον 19ο αιώνα σε όλο τον δυτικό κόσμο. Θα πρέπει κανείς να μπορεί να αναγνώσει την ιστορικότητα της επικράτησης της καθολικής εκπαίδευσης και της θεώρησής της ως δημόσιου αγαθού, για να μπορέσει να αποκωδικοποιήσει και να ερμηνεύσει στην πληρότητά τους τα σχετικά ζητήματα που απασχολούν σήμερα τον δημόσιο διάλογο.

Το ζήτημα της καθολικής δωρεάν εκπαίδευσης ανήκει στη νεωτερικότητα και έχει τις ρίζες του στη Γαλλική Επανάσταση. Αφορούσε τη συστηματική προσπάθεια διαμόρφωσης πολιτών, στο πλαίσιο της φιλελεύθερης εθνικής ιδεολογίας. Με άλλα λόγια, ζητούμενο ήταν μέσω της συστηματικής καθολικής συμμετοχής σε ένα κοινό, κεντρικά οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, να διαμορφωθούν εθνικές πολιτικές ταυτότητες – μια κοινότητα ανθρώπων που θεωρούσε τους εαυτούς τους πολίτες ενός εθνικού κράτους.

Από αυτή τη λειτουργία της εκπαίδευσης προκύπτει και η έννοια του δημόσιου αγαθού και για τον ίδιο λόγο δεν υπήρχε παρόμοια ανάγκη πριν διαμορφωθεί το σώμα των πολιτών ως πολιτικό υποκείμενο. Με αυτή την έννοια είναι πολύ σημαντικό να μη θεωρήσουμε τη δωρεάν, καθολική και δημόσια εκπαίδευση κάποιου είδους κοινωνική παροχή, αλλά μια από τις βασικές λειτουργίες του κράτους για την κοινωνική του αναπαραγωγή.

Δεν προσφέρει μόνο το ιδεολογικό υπόβαθρο για τη στερέωση της δημοκρατίας. Περισσότερο την πραγματώνει μέσα από κοινωνικές πρακτικές που οικοδομούν κοινές ταυτότητες και συντελούν στην άμβλυνση των ακραίων διαφορών και ανισοτήτων, οι οποίες αποτελούν τους κυριότερους κινδύνους για τη διατήρησή της.

Βέβαια, ανάμεσα στη δημιουργία του σώματος των πολιτών και στις επιμέρους εθνοτικές, τοπικές, θρησκευτικές ακόμη και ταξικές ταυτότητες υπήρξε μια διελκυστίνδα, με διαφορετική κατάληξη στην Ευρώπη από ό,τι στην Αμερική.

Γιατί η διαμόρφωση κοινής ταυτότητας λειτούργησε άλλες φορές ως συμπερίληψη και άλλες φορές σε βάρος των ταυτοτήτων. Στα καθ’ ημάς, είναι ενδεικτικός ο τρόπος που η καθολική εκπαίδευση ήταν ένας από τους πρώτους θεσμούς που διαμορφώθηκαν στο νεοσύστατο κράτος δημιουργώντας ένα κοινό ιδίωμα που επικράτησε πάνω από διαφορετικές γλώσσες και τα πολλά ιδιώματα.

Σήμερα, το αίτημα ισορροπίας ανάμεσα στην οικοδόμηση μιας συλλογικότητας μέσα από την ένταξη των ιδιαιτεροτήτων και στον σεβασμό αυτών των τελευταίων αποτελεί ένα από τα μείζονα ζητούμενα της εποχής.

Ζητούμενο είναι η προάσπιση της δημοκρατίας όχι μόνο από την αυθαιρεσία των ισχυρών, αλλά και από την κατάλυση που θα επέφερε η ατόνηση της «ταυτότητας του πολίτη», του κοινού δηλαδή στοιχείου που τη συνέχει ως πολιτικό σύστημα. Αυτό είναι το πιο κρίσιμο ζήτημα και αυτό είναι το διακύβευμα στις διαφορετικές προσεγγίσεις σε ό,τι αφορά την εκπαιδευτική πολιτική.

Επομένως, πίσω από τη δήθεν προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, την «ελεύθερη επιλογή» σχολείου ή τη μετατροπή της «αριστείας» σε έναν σκληρό μηχανισμό αναπαραγωγής των κοινωνικών ελίτ, κρύβεται η προσπάθεια πλήρους αποδόμησης του σώματος των πολιτών ως κύριου συστατικού στοιχείου της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Πρόκειται για έναν νεοφιλελεύθερο λόγο, εντελώς διαφορετικό από εκείνο του κλασικού φιλελευθερισμού.

Λεκτικά «ολισθήματα» όπως «πελάτες» αντί για μαθητές και «καταναλωτές» αντί για πολίτες είναι απολύτως ενδεικτικά της απουσίας της κοινωνίας από τον ιδεολογικό ορίζοντα της νεοφιλελεύθερης παράταξης.

Από την άλλη μεριά όμως, ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, καρπός του γενικότερου γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού του ελληνικού κράτους αλλά και της ανάγκης στενού ιδεολογικού ελέγχου στη μετεμφυλιακή εποχή και τη δικτατορία, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως το αντίπαλο δέος των νεοφιλελεύθερων προτάσεων.

Η δημόσια εκπαίδευση πρέπει να βρει οπωσδήποτε εκείνες τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο συνολικό εκπαιδευτικό όραμα και τις επιμέρους ταυτότητες και αυτονομίες που θα επιτρέψουν την αυτενέργεια εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων. Οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να βρουν τη φωνή τους, που οι εκατέρωθεν πολεμικές φωνές τείνουν να εξουδετερώσουν.

Η παιδεία πρέπει να κατοχυρωθεί ως δημόσιο αγαθό, αλλά και το σχολείο, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα πρέπει να αναπνεύσουν χωρίς σωληνάκια, με τους δικούς τους πνεύμονες. Με ελευθερία και υπευθυνότητα.

* ιστορικός