Πολλοί μιλάνε για τη μοναξιά του ποιητή (την έχω γνωρίσει λιγούλι μονάχα). Αρκετοί κάνουν λόγο για την έμπνευση του λογοτέχνη (τώρα, να πω πως έχουμε γνωριστεί; Μια φορά έχω κάνει σεμινάρια δημιουργικής γραφής με τον αείμνηστο τον Μουρσελά, και το μόνο που κατάφερα ήταν να παραδώσω στο τέλος ένα διήγημα με τίτλο «Σεμινάρια δημιουργικής ταφής – πώς να γίνετε ένα υγιές πτώμα!»). Κάποιοι αναφέρονται και στην αντικειμενικότητα του δημοσιογράφου. Γι’ αυτή, λοιπόν, έχω να πω τούτο: πολύ απλά, δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ, ούτε ποτέ θα υπάρξει.
Αν κάτι είναι να ψάχνει ο αναγνώστης, μαζί και ο δημοσιογράφος, είναι η εγκυρότητα. Ούτε η γλύκα, ούτε η αντικειμενικότητα. Η δεύτερη ανήκει στους φασίστες (που τα εξηγούν όλα με την αυθεντία-αυθαιρεσία τού «έτσι είναι γιατί έτσι το θέλουμε»). Την πρώτη την έχουμε αφήσει στα ζαχαροκάλαμα (τουλάχιστον εγώ, στα σίγουρα). Η εγκυρότητα όμως είναι ένα ζητούμενο. Και αν δεν την έχει ένας συντάκτης, ένα κανάλι, μια εφημερίδα, τότε είναι χρέος του αναγνώστη/θεατή/ακροατή να του το θυμίσει. Το αν θα τον ακούσει ο άλλος, αυτό κι αν είναι άλλο ζήτημα.
Ζήτημα στο ζήτημα, προλαβαίνουν και βγαίνουν εφημερίδες, κλείνουν έντυπα, ανοιγοκλείνουν παράθυρα στα κανάλια (τα πρόσωπα δεν πολυαλλάζουν βέβαια)… Με απλά λόγια, γίνεται της «αντικειμενικότητας». Ψάχνει ο πολιτικός (όχι όλοι – αρκετοί) να κλείσει τις ρουσφετότρυπες που τον έβαλαν στη Βουλή, ψάχνει ο εφοπλιστής-μιντιάρχης να τις ξανανοίξει για να τον έχει του χεριού του, κάποια λαγουδάκια παίζουν ανέμελα τα πρωινά στο γρασίδι, κάτι νυχτεριδάκια (σε μέγεθος αρκούδας) βγαίνουν μεταμεσονύχτια να κάνουν «χιούμορ», είναι και τα παπαγαλάκια που πεταρίζουν δω και κει και σταματημό δεν έχουν… έρχεται και αγριεύει το τοπίο, με τον αναγνώστη/θεατή/ακροατή στη μέση, σε ρόλο θηριοδαμαστή.
«Η Δημοσίευσις είναι ψυχή της Δικαιοσύνης» αναγράφεται με μεγάλα γράμματα στην ΕΣΗΕΑ. Τάδε έφη Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ, Ελβετός φιλέλληνας. Δεν ξέρω αν το έχουν εκεί για να το θυμούνται οι δημοσιογράφοι ή για να μην το ξεχνούν οι αναγνώστες. Το σίγουρο είναι πως η σχέση δημοσιογράφου- αναγνώστη είναι πλέον απολύτως άνιση, εξαιτίας της ταχύτητας αλλά και του μεγέθους της πληροφορίας. Γι’ αυτό και ο δημοσιογράφος έχει πλέον μεγάλη δύναμη: καθοδηγεί κατά βούληση, καθώς μεταφράζει και κατόπιν μεταφέρει (επίσης κατά βούληση) κάτι από την αλήθεια και πολύ από την αλήθεια του.
Θα μου πεις, ο αναγνώστης έχει πάντα το δικαίωμα της επιλογής. Πώς όμως διαμορφώνεται αυτή η επιλογή; Υπό ποιες συνθήκες; Πώς γίνεται ο «πλουραλισμός», για τον οποίο τόσος λόγος γίνεται, να σταθεί ακέραιος όταν γύρω τριγύρω του αναδίδονται οσμές συμφερόντων μεγατόνων δυσωδίας; Πώς μπορεί κάποιος να μοσχοβολάει μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον;
Για τον αναγνώστη είναι πιο δύσκολο. Ο δημοσιογράφος όμως μπορεί. Με ρίσκα, με δυσκολίες, αλλά μπορεί και μπορεί πιο εύκολα. Ειδικά, αν δεν είναι μόνος.
Η «Εφημερίδα των Συντακτών», η εφημερίδα μου, κλείνει σήμερα πέντε χρόνια λειτουργίας. Το ιδιαίτερο σ’ αυτήν είναι πως αυτό το «μου» ισοδυναμεί εκ προοιμίου με το «μας». Εκείνη (η Εφημερίδα) είναι εκείνοι (οι συντάκτες και οι αναγνώστες της). Στην «Εφ.Συν.» η σχέση αυτή είναι δυνατή, άμεση και διαρκώς παρούσα. Και τυπικά (δεν θα μπορούσαμε να υπάρξουμε ούτε μια μέρα παραπάνω χωρίς τους αναγνώστες μας) και ουσιαστικά, καθώς τόσο οι μεν όσο και οι δε (σ.σ. οι συντάκτες-συνεταιριστές που έβαλαν πλάτη για να υπάρξει) συνδέονται καθημερινά με κάτι εξίσου δυνατό με τους δεσμούς συγγένειας, πίστης ή ιδεολογίας: τις λέξεις.
Δεν είναι εύκολο να ξεφύγει κάποιος από τον μικροαστισμό της ιδιοκτησίας (με όσα αυτό συνεπάγεται). Ωστόσο, όταν αυτή γίνεται ταυτόχρονα κτήμα πολλών, τότε ματαιοδοξίες, εγωισμοί και υπεροψίες χαμηλώνουν σε ένταση, ακριβώς εξαιτίας της ένταξης σε κάτι που το εμπεριέχεις και σε εμπεριέχει, άρα και σε υπερβαίνει (γιατί αυτό κάνει η συλλογικότητα), την ίδια στιγμή. Αυτό το «κάτι», για μας εδώ, δεν είναι τίποτε άλλο από… εκείνη κι εκείνοι.
…Και γι’ αυτό είμαι καθημερινά ευγνώμων.
