Φέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Λοΐζου (22 Οκτωβρίου 1937) και 35 από τον θάνατό του (17 Σεπτεμβρίου 1982). Οι εκδόσεις «Μετρονόμος», τιμώντας τον, παρουσιάζουν ένα βιβλίο-αφιέρωμα με τον τίτλο «Για τον Μάνο Λοΐζο, Μικρές ιστορικές καταγραφές». Την επιμέλεια έχει ο Θανάσης Συλιβός και κυκλοφορεί στις 14 Νοεμβρίου.
Στην έκδοση που σχεδίασε ο Πέτρος Παράσχης, προστέθηκαν η αναλυτική εργογραφία του Μάνου Λοΐζου (μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο, δισκογραφία), χρονολόγιο από τον Γιώργο Τσάμπρα και μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη που βρέθηκε στο αρχείο του από την κόρη του, Μυρσίνη.
Τιμώντας κι εμείς στην «Εφ.Συν.» τη μνήμη του με το cd «Τίποτα δεν πάει χαμένο» που προσφέρουμε στους αναγνώστες μας, προδημοσιεύουμε από το βιβλίο κάποια κείμενα που υπήρχαν στο πρόγραμμα της συναυλίας η οποία δόθηκε στο Ολυμπιακό Στάδιο, τον Σεπτέμβριο του 1985, για τα τρία χρόνια απουσίας του συνθέτη.
■ Στέλιος Καζαντζίδης
Τον ήξερα λίγο. Τον αγάπησα πολύ. Λυπάμαι που δεν πρόλαβα να τραγουδήσω περισσότερα τραγούδια του. Πρόλαβα και είπα μόνο δύο. Το τραγούδι «Οταν βλέπετε να κλαίω» και «Το μερτικό μου απ’ τη χαρά». Θυμάμαι την ημέρα της ηχογράφησης στο στούντιο μ’ εκείνο το γλυκό παιδικό του χαμόγελο που μ’ αγκάλιασε και πήγαμε να κάνουμε πρόβα τα τραγούδια του στο πιάνο. Μου τα έπαιξε από δυο φορές το καθένα. Την τρίτη φορά άρχισα και τραγουδούσα και ’γώ μαζί του.
Αν θυμάμαι καλά δεν παίχτηκαν για τέταρτη φορά και τα τραγούδια τα ήξερα πια καλά. Μ’ άφησε μόνο στην αίθουσα ηχογράφησης και ανέβηκε δίπλα στον ηχολήπτη για να παρακολουθήσει την ηχογράφηση. Τα τραγούδησα από μία φορά μόνο. Οταν τον ρώτησα αν είναι ευχαριστημένος από την ερμηνεία μου, μου είπε τη λέξη «Τελειώσαμε. Τι άλλο να πεις, ρε Στέλιο;».
Η επόμενη συνάντηση ήταν σε μια ταβέρνα που μου ζήτησε τη χάρη να του τραγουδήσω «Το Σαββατόβραδο», του Μίκη Θεοδωράκη και του Τάσου Λειβαδίτη. Κι όταν τον ρώτησα πώς θα το πω, έτρεξε κι έφερε από το αυτοκίνητό του τη δωδεκάχορδη κιθάρα του, που την κουβαλούσε πάντα μαζί του. Του το τραγούδησα κι έκανε σαν μικρό παιδί απ’ τη χαρά του. Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν στον γάμο μου. Στο γλέντι που έγινε το βράδυ ήταν τόσο μεγάλη η χαρά του για το γεγονός, που παρ’ ολίγο να σηκωθεί να χορέψει τσιφτετέλι επάνω στο τραπέζι μαζί με τη Χαρούλα. Ετσι πάντα τον θυμάμαι τον Μάνο. Γελαστό και καλοσυνάτο.
■ Τάσος Λειβαδίτης
Γνωριστήκαμε με τον Μάνο το 1978. Ηταν ένας από τους πιο εγκάρδιους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή. Με κείνο το υπέροχο χαμόγελο, με το χιούμορ του, με τις διεισδυτικές παρατηρήσεις πάνω στη μουσική αλλά και γενικότερα σε πλήθος ανθρώπινα προβλήματα· σε γοήτευε από την πρώτη στιγμή. Συναντηθήκαμε αρκετές φορές, ιδιαίτερα στο σπίτι του, όπου είχε το πιάνο και την κιθάρα του. Πίναμε τα ποτά μας, κουβεντιάζαμε με τις ώρες και καμιά φορά αυτοσχεδιάζαμε πάνω σε στίχους που του είχα δώσει. Ανεξάρτητα από τη θέληση και των δύο δεν ευοδώθηκε ένα ολοκληρωμένο έργο σε ποίηση δική μου. Γράφτηκαν όμως μερικά τραγούδια. Πάντως, υπήρξε αγαπημένος φίλος και εκπληκτικός μουσικός.
Δυστυχώς έφυγε πάνω στην πιο ωραία του ώρα, την ώρα που το ώριμο ταλέντο του έδινε τους πιο άξιους καρπούς.
■ Γιάννης Νεγρεπόντης
Τον Μάνο τον αγαπούσα πολύ. Μ’ ενέπνεε. Είναι σαν να υπάρχει κοντά μου ακόμα. Κάθε φορά που πρωτογνωρίζω έναν μουσικό, το μυαλό μου τρέχει στο πώς πρωτογνωριστήκαμε, πώς δουλεύαμε με τον Μάνο. Είναι ένας πόνος βαθύς, πιο βαθύς από αυτόν που χάνεις έναν άνθρωπο. Για τη μοναξιά χωρίς εκείνον και τη μουσική του.
■ Αλέξης Δαμιανός
Για τον Δημιουργό η απλότητα είναι προϋπόθεση· κι όταν συνδυάζεται με την ταπεινοσύνη είναι ο Μάνος Λοΐζος. Ο αγαπημένος μου λείπει. Στην Ευδοκία δουλέψαμε τόσο ωραία…
■ Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Το ’82 κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας στη Σητεία, όπως διεύθυνε την ορχήστρα, έμεινε για μια στιγμή με τα χέρια μετέωρα. Ο λόγος ήτανε ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βγήκε το φεγγάρι πάνω από το πάλκο.
Σταμάτησε τη συναυλία, γύρισε στον κόσμο και τους είπε να δουν την Πανσέληνο… Αν δεν ήμουν γιος του πατέρα μου, θα ’θελα να ’μουν γιος του Μάνου Λοΐζου.
