Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά τις έξι κατηφορίζαμε στο Κλεισίδι οινοβαρείς και αέρινοι. Το γλέντι στο λιμάνι συνεχιζόταν με βιολιά και μπουζούκια. Αποχωρήσαμε αναγκαστικά πάνω στο καλύτερο, να βρούμε καβάντζα και να τακτοποιηθούμε προτού δύσει ο ήλιος. Ανατριχιάσαμε αντικρίζοντας έξω από μποστάνι ακέφαλο σώμα οχιάς να σπαρταράει καταμεσής του μονοπατιού. Αμετακίνητος στον τόπο του εγκλήματος ο δράστης κοκορευόταν για τον άθλο του. Επρόκειτο για φαφούτη γέροντα, που, με προέκταση του δεξιού του χεριού την τραγιάσκα, μας έδειχνε το τσακισμένο κρανίο πεταμένο σε παρακείμενο αυλάκι, κρατώντας θριαμβευτικά υπό μάλης στο αριστερό τη φονική αξίνα. Παρακάμψαμε το αποκρουστικό θέαμα με ερμητικά κλεισμένους τους οφθαλμούς.

Και στην παραλία μάς περίμεναν εκπλήξεις· ευχάριστες τούτη τη φορά. Υπήρχαν κάμποσα ελεύθερα δέντρα με πλούσια φυλλώματα που εξασφάλιζαν πυκνή σκιά ώς το μεσημέρι. Τα καλά του Μαΐου. Υπό τα διαρκή παραγγέλματα της Σόνιας, βοηθήσαμε τον Χουάν Γκαρθία να στήσει το ιγκλού του αντίσκηνο κάτω από τεράστιο αρμυρίκι. Εμείς εγκατασταθήκαμε στο διπλανό. Αλφαδιάσαμε τα χοντρά βότσαλα που σχημάτιζαν περιγράμματα κρεβατιών εκατέρωθεν του κορμού κι είχαν ψιλοκατεδαφιστεί από πέρυσι. Επειτα ανασκαλέψαμε την πατικωμένη άμμο, ώστε να εφαρμόσουν σωστά τα κορμιά στα ανατομικά, νεοπαγή στρώματά μας.

Αφού σινιάραμε ο καθείς το τσαρδί του –το βορινό η Λίζα, το αντικρινό εγώ–, βουτήξαμε για το απογευματινό μας, δροσόλουστο μπανάκι, πλατσουρίζοντας στις αρραγείς αντανακλάσεις του ηλιοβασιλέματος. Τα κύματα είχαν διαδώσει τη φήμη μας στον γιαλό πολύ πριν ξεβράσουν εμάς τους ίδιους. Πειραιάς-Ανάφη σε εξήντα δύο ώρες συνιστά ακατάρριπτο ρεκόρ Γκίνες. Οι λιγοστοί πρώιμοι παραθεριστές άναψαν φωτιά στην αμμουδιά προς τιμήν μας. Ψήσαμε πατάτες στη χόβολη και πολίτικο χαλβά με μύγδαλα και κανέλα. Τον γευτήκαμε με το μοναδικό κουτάλι απ’ την κατσαρόλα, που στρεφόταν κυκλικά γύρω απ’ τις φλόγες από μουστερή σε μουστερή. Αποσυρθήκαμε κατάκοποι τις μικρές ώρες, με την επίγευση των ειδυλλιακών στιγμών να γαληνεύει την ψυχή μας.

Χώθηκα βαθιά στον υπνόσακο κι αφουγκραζόμουν τους ψιθύρους του μεσονυκτίου για να συνηθίσω το αυτοσχέδιο ενδιαίτημα. Η μελωδική αναπνοή της συγκατοίκου μου έσμιγε με την ισπανόφωνη ανάγνωση της «Ιθάκης» και μαζί με το ομοιόμορφο ρεφρέν των τριζονιών και τα χαϊδολογήματα του ανέμου στα κλαδιά συνέθεταν μια υπόκωφη, νυκτική ραψωδία. Καθώς ο Μορφέας σφάλιζε απαλά τα βλέφαρά μου, ένιωσα τρία βίαια σκουντήματα στον ώμο. Τινάχτηκα σαν ελατήριο. -«Μην τρομάζεις» μουρμούρισε αλαφιασμένη η Λίζα. -«Τι τρέχει;» απόρησα θορυβημένος. -«Τίποτα το σοβαρό. Δεν μου κολλάει ύπνος, απλώς. Εχω αγριευτεί με το φίδι». -«Ούτε μένα. Κάτσε να σηκωθώ να μιλήσουμε». -«Είμαι πτώμα. Θα προτιμούσα να ενώσουμε τα σλίπινγκ μπαγκ» είπε στον πιο φυσικό τόνο του κόσμου.

Παιδεύτηκα ώσπου να ταιριάξω τα δόντια των μηχανισμών τους στο θεοσκόταδο. Ο αναπτήρας τσουρούφλιζε τα δάκτυλα της Λίζας κι ο φακός είχε ξεμείνει στη σκηνή, απ’ όπου άρπαζε τ’ αφτί μας τους μακρόσυρτους ρεγχασμούς του Χουάν Γκαρθία και τις μακάριες εκπνοές της Σόνιας σε ήχο πλάγιο. Κάποτε τα κατάφερα. Ξάπλωσε βαριά σαν μολύβι κι αποκοιμήθηκε αμέσως, περνώντας τα μπράτσα της γύρω απ’ τον λαιμό μου. Με τύλιξε ένα πρωτόγνωρο άρωμα από ανθισμένα φύκια, κοράλλια και κοχύλια. Ενιωσα το φερμουάρ να μετατρέπεται αίφνης σε ολόχρυση βέρα που μας έδενε με αδιάρρηκτα δεσμά απ’ το χθες στο σήμερα ώς το επέκεινα. (Συνεχίζεται)