Η προσοχή της παγκόσμιας κοινής γνώμης είναι –όπως και πριν από εξίμισι δεκαετίες- εύλογα στραμμένη στην κορεατική χερσόνησο, αλλά στην πραγματικότητα η Κορέα είναι ένα μόνο από τα καυτά μέτωπα του εκκολαπτόμενου από καιρό νέου ψυχρού πολέμου μεταξύ Ανατολής και Δύσης: για την ακρίβεια, είναι το μέτωπο με τις λιγότερες πιθανότητες εκτεταμένης σύρραξης, ακριβώς γιατί η Βόρεια Κορέα έχει αποδείξει πως διαθέτει πυρηνικά όπλα, αλλά και πυραύλους ικανούς να πλήξουν τον εχθρό σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων μακριά από τα σύνορά της…
Αντίθετα, οι καθαρά στρατιωτικές εξελίξεις στη Συρία και το Ιράκ είναι πυκνές, καθώς ο κοινός εχθρός -το βραχύβιο Χαλιφάτο του «Ισλαμικού κράτους»- καταρρέει ταχύτατα.
Χθες, ύστερα από ένα νέο ισοπεδωτικό μπαράζ με ρουκέτες «Καλίμπρ», που εκτοξεύτηκαν από ρωσική φρεγάτα στη Μεσόγειο κατά οχυρών θέσεων του «Ι.Κ.» στην Ντέιρ ες-Ζορ, ο συριακός στρατός και οι σύμμαχοί του έσπασαν έπειτα από δυόμισι χρόνια μαχών την πολιορκία της στρατηγικής αυτής μεθοριακής πόλης.
Η οριστική, όπως φαίνεται, απώλεια της πλούσιας σε πετρέλαιο επαρχίας, που είναι και η τελευταία συριακή που βρίσκεται ακόμη στα χέρια των τζιχαντιστών, πανηγυρίστηκε από τα κυβερνητικά αλλά και τα ρωσικά μέσα ως το τέλος της παρουσίας του «Ισλαμικού κράτους» στη δύσμοιρη χώρα.
«Οι μονάδες του αραβικού συριακού στρατού (…) έσπασαν την πολιορκία που η τρομοκρατική οργάνωση “Ι.Κ.” επέβαλε στην πόλη Ντέιρ ες-Ζορ, καθώς ενώθηκαν με τους πολιορκημένους στρατιώτες στη βάση της ταξιαρχίας 137, δυτικά της πόλης», μετέδωσε το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων SANA.
Πάντως ο δεύτερος κυβερνητικός θύλακος, που περιλαμβάνει ένα στρατιωτικό αεροδρόμιο και τρεις συνοικίες, πολιορκείται από τους τζιχαντιστές και οι δυνάμεις του καθεστώτος δεν έχουν φτάσει ακόμη εκεί.
Η εξτρεμιστική οργάνωση διατηρεί τον έλεγχο μόνο σε μερικές συνοικίες της Ράκα, βορειότερα, όπου δέχεται επίθεση από τις αραβοκουρδικές δυνάμεις, αλλά και από τα κυβερνητικά στρατεύματα που προωθούνται σταθερά από τον νότο, ενώ βομβαρδίστηκαν ανηλεώς τις τελευταίες μέρες και ομάδες τζιχαντιστών που προσπαθούσαν να φτάσουν στην Ντέιρ ες-Ζορ από τη δυτική Συρία και τα σύνορα με τον Λίβανο, μετά τις επιτυχείς εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε βάρος τους από τις λιβανέζικες δυνάμεις και μαχητές της Χεζμπολάχ.
Ταυτόχρονα, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν προειδοποίησε σε αυστηρό ύφος τις ΗΠΑ να μη στείλουν «αμυντικά» όπλα στην Ουκρανία, όπως «έταξε» πρόσφατα στο Κίεβο ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας Τζιμ Μάτις, τονίζοντας με νόημα πως κάτι τέτοιο «θα πυροδοτήσει την ένταση στην ανατολική Ουκρανία» και «δεν θα αλλάξει στο ελάχιστο την κατάσταση στην ανατολική Ουκρανία, αλλά θα αυξήσει τον αριθμό των θυμάτων», καθώς είναι βέβαιο ότι «οι αμυντικές δυνάμεις των αυτοανακηρυχθεισών δημοκρατιών του Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ θα εντείνουν τις δραστηριότητές τους».
Σε ακόμη μια «ψυχροπολεμική» εξέλιξη, ο Πούτιν ζήτησε από το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών να καταθέσει μήνυση κατά της αμερικανικής κυβέρνησης για το κλείσιμο των ρωσικών διπλωματικών εγκαταστάσεων στις ΗΠΑ, και ιδιαίτερα του Γενικού Προξενείου στο Σαν Φρανσίσκο, με την κατηγορία της «κατάφωρης παραβίασης των ρωσικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και του διεθνούς διπλωματικού δικαίου».
Ο Ρώσος πρόεδρος τόνισε μάλιστα ότι η Μόσχα διατηρεί το δικαίωμα να μειώσει περαιτέρω τον αριθμό του διπλωματικού προσωπικού των ΗΠΑ στη Μόσχα, ως απάντηση στην «άξεστη», όπως τη χαρακτήρισε, μεταχείριση που επιφύλαξε η Ουάσινγκτον στη ρωσική διπλωματική αποστολή.
