Ελένη Πριοβόλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι ένα από τα βιβλία που με συνεπήραν. Θερμό, χοϊκό, μαχητικό. Μια αφήγηση που ενώ διαδραματίζεται στο Μεξικό αγκαλιάζει τους κοινωνικούς αγώνες και φωτίζει τα αιτήματα των ταπεινών και καταφρονεμένων όλου του κόσμου για το αυτονόητο δικαίωμα στην εργασία, στον σεβασμό και στις ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης.

Το Μεξικό βρίσκεται μπροστά στη μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών. Και οι συνδικαλιστές –οι αντίπαλοι του καθεστώτος– που την κήρυξαν στέκουν παγωμένοι μέχρι να πληροφορηθούν την καθολική της επιτυχία.

Προηγείται ο φόβος. Η αγωνία, η καχυποψία ότι θα εμπλακούν σε περιπέτειες οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Ψυχή όλων τους ο Τρινιδάδ Πινέδα Τσίνιας.

«Εχω πεινάσει και κρυώσει, έχω νιώσει ότι καμιά φωτιά, καμιά αγκαλιά δεν μπορούσε να με ζεστάνει, αλλά ήξερα ότι μέσα στη φτώχεια μου, αν έστω ένας άνθρωπος παλεύει και δεν παραδίδεται στον θάνατο, η ζωή αξίζει τον κόπο».

Αυτός είναι ο Τρινιδάδ. Ενας άνθρωπος των τρένων, των ταξιδιών, των κοινωνικών αγώνων και της αδηφαγίας για μάθηση.

Και τα τρένα είναι τα «αιμοφόρα αγγεία και οι αρτηρίες» της οικονομίας του Μεξικού, της μεταφοράς των πετρελαίων και του ορυκτού του πλούτου, που κατασκευάστηκαν όμως με κατεύθυνση τις ΗΠΑ και φυσικά τους τοποτηρητές τους στο Μεξικό.

Από όλο αυτόν τον πλούτο ελάχιστο μερίδιο φτάνει στα νοικοκυριά αυτών που τον παράγουν.

Γι’ αυτό το Μεξικό είναι γεμάτο φτωχογειτονιές στις οποίες μέσα σε μια κάμαρα –για δύο ανθρώπους το πολύ– ζουν εξαθλιωμένες οικογένειες των οχτώ και δέκα ατόμων.

Πόσο δυνατά περιγράφει η Ελένα Πονιατόφσκα –τιμημένη με το Βραβείο Θερβάντες– τον αδυσώπητο χρόνο της κρίσιμης αναμονής που βιώνουν οι επικεφαλής, μέχρι να φτάσει η σωτήρια είδηση πως η απεργία είναι καθολική.

Ομως από τη στιγμή της ανακουφιστικής πληροφορίας αρχίζει ο αγώνας για να πείσουν το καθεστώς για τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων.

Ακολουθούν νέα κύματα φόβου, εικασιών, ενοχών. Απέναντί τους έχουν τον πουλημένο συνδικαλισμό, την αυταρχική κυβέρνηση που στο παρελθόν δεν δίστασε να προβεί σε φυλακίσεις και εκτελέσεις ακόμη, και μια κυβερνητική ελίτ που προσβλέπει στα δημόσια αξιώματα ως πηγή πλουτισμού.

Τη λύση θα τη δώσει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος, πάνω στην εκπνοή της θητείας του και σκεπτόμενος την υστεροφημία του, αλλά και για να δείξει στους Αμερικανούς ότι φροντίζει για την κοινωνική ειρήνη, ικανοποιεί τα αιτήματα του συνδικάτου και λύνεται η απεργία.

Από αυτό το σημείο και μετά η δημοτικότητα του Τρινιδάδ εκτοξεύεται και γίνεται ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του συνδικαλιστικού κινήματος.

Ομως τι είναι οι σιδηρόδρομοι για τους ίδιους τους σιδηροδρομικούς; Τα βαγόνια έχουν ζωή και ψυχή. Λαμβάνουν σάρκα και οστά.

Είναι καμωμένα κατ’ εικόνα των αντρών που δουλεύουν και των γυναικών που συμμετέχουν δυναμικά στον αγώνα των αντρών τους. Πολλές φορές στρώνοντας τα σώματά τους πάνω στις ράγες.

Αλλοτε πάλι μοιάζουν με κοπάδια ζώων στις απέραντες εκτάσεις και ερήμους του Μεξικού για να καταλήξουν –πάντα– στις ΗΠΑ. Εντέλει το τρένο βρίσκεται σε ταύτιση με την ίδια τη ζωή.

«Οι μηχανές είναι γυναίκες και το βαγόνι του προσωπικού το τελευταίο τους παιδί».

Οι σιδηροδρομικοί ερωτοτροπούν με την ατμομηχανή. Ηξεραν όχι μόνο πώς να τη λειτουργήσουν αλλά και το πώς να τη βάψουν και να τη στολίσουν.

«Το τρένο θα περάσει πρώτο», εμπνευσμένο από την ίδια την πραγματικότητα, δεν είναι ένα βιβλίο χαρακτήρων αλλά καταστάσεων, παρότι κυριαρχεί η μορφή του Τρινιδάδ, τον οποίο σοφά η Ελένα Πονιατόφσκα δεν εγκαταλείπει ούτε στιγμή στην αφήγησή της.

Γύρω του κινούνται άνθρωποι, άντρες και γυναίκες μέσα στον πολύχρωμο κόσμο του Μεξικού με τα σομπρέρο, το κόκκινο των σιδηροδρομικών, τη σαγήνη και την ευωδιά των γυναικών, τις μυρωδιές των φρούτων και των μαγειρεμάτων, τη γοητεία των παραδοσιακών φορεσιών. Οι γυναίκες, αν και δευτερεύουσες, αφήνουν βαθύ αποτύπωμα στο μυθιστόρημα.

Οπως επίσης και η μορφή του μαχητικού, αγωνιζόμενου ανθρώπου. Αυτό καθιστά το έργο βαθιά ανθρώπινο.

Η ατμόσφαιρα του βιβλίου μεταφέρεται υπέροχα στον Ελληνα αναγνώστη χάρη στην πολύ καλή μετάφραση της Μαργαρίτας Μπονάτσου από την ισπανική γλώσσα.