Με κίνδυνο να κατηγορηθούμε για ελιτισμό, για διώκτες των προσφύγων και μεταναστών κ.ο.κ. αποδεχτήκαμε μια φιλική πρόσκληση να παρακολουθήσουμε εκ του σύνεγγυς τη λειτουργία της οικονομίας μιας «μικτής» τοπικής κοινωνίας στη Δυτική Θεσσαλία. Σ’ αυτήν ζουν χωριστά αλλά και αρμονικά οι περίπου 3.500 «αυτόχθονες» κάτοικοι μιας κωμόπολης και άλλοι περίπου 2.500 Τσιγγάνοι ενός μόνιμου καταυλισμού που δημιουργήθηκε σε αντικατάσταση μιας πάνινης πολιτείας από σκηνές και πρόχειρα καταλύματα.
Η πρόσκληση αφορούσε την επίσκεψή μας στην κωμόπολη και στον καταυλισμό σε συγκεκριμένο χρόνο και ειδικότερα την περίοδο που στις τράπεζες φτάνουν από τα δημόσια ταμεία τα ποσά των διαφόρων επιδομάτων πρόνοιας, τα οποία διαμοιράζονται στους δικαιούχους (επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης, επίδομα πολυτέκνων, επίδομα στεγαστικό, επίδομα για τα παιδιά που φοιτούν σε σχολείο κ.ο.κ.).
Βρεθήκαμε μπροστά σε ένα πραγματικό πανηγύρι. Η πόλη αναζωογονήθηκε, η κίνηση τόσο στην αγορά όσο και στους δρόμους αυξήθηκε σημαντικά.
Αυτοκίνητα κατέβαζαν πέντε πέντε τους Τσιγγάνους στην πλατεία όπου βρίσκονταν οι τράπεζες.
Ουρές σχηματίζονταν στα γκισέ τους και επιδόματα των 100, 200, 300, μέχρι και 1.000 ευρώ πολλές φορές κατετίθεντο σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή εισέρρεαν στις τσέπες των επιδοματούχων. Επρόκειτο για λογαριασμούς που συνήθως δεν ήταν μηδενικοί.
Αλλοι -ασφαλώς λίγοι- είχαν 20 και 50 χιλιάδες ευρώ και ορισμένοι -μάλλον οργανοπαιχτών δημοτικών τραγουδιών- είχαν, ελέγετο, μέχρι και 200.000 ευρώ. Τ
ίποτε το παράνομο μέχρις εδώ. Μόνο που συνήθως τα επιδόματα δίνονται με εισοδηματικά κριτήρια και συνήθως στους φτωχότερους των κατοίκων αυτής της χώρας.
Η ανάληψη των επιδομάτων δημιουργούσε κλίμα ευφορίας. Στον συνοικισμό άρχιζαν γλέντια, οι «αυτόχθονες» επαγγελματίες έπαιρναν προκαταβολές για εργασίες στα σπίτια των Τσιγγάνων (υδραυλικοί, αλουμινάδες, σιδεράδες, μαραγκοί κ.ά.), αυξανόταν ο τζίρος των συνεργείων αυτοκινήτων, μικροκαταστήματα ρούχων-υποδημάτων γέμιζαν με πελάτες.
Κατά τα λοιπά, χάρη στις τακτές περιόδους πληρωμών των επιδομάτων, στον τσιγγάνικο καταυλισμό λειτουργούσαν και γνώρισαν πιένες τις μέρες της «παρακολούθησης» σουπερμάρκετ, σουβλατζίδικα κ.λπ., ενώ δημιουργήθηκαν και φοροτεχνικά γραφεία με Τσιγγάνους φοροτεχνικούς, αφού η λήψη των επιδομάτων συνήθως απαιτεί την προσκόμιση φορολογικών δηλώσεων, έστω και μηδενικών.
«Αυτόχθονες» κάτοικοι της κωμόπολης -που αντικειμενικά, κατά ένα μεγάλο μέρος, αντιστέκεται στη μνημονιακή κρίση χάρη στον οργασμό των κρατικών επιδομάτων- επιβεβαίωναν την εικασία ότι είτε πολλοί από τους κατοίκους του καταυλισμού στηρίζουν την επιβίωσή τους στα επιδόματα και μόνο, αποφεύγοντας την αναζήτηση εργασίας, είτε κάνουν δουλειές στην υπόγεια οικονομία, εισπράττοντας έτσι επιδόματα που δεν δικαιούνται.
«Αυτόχθονες» υποστηρίζουν ακόμη ότι εισπράττονται επιδόματα για παιδιά που υποτίθεται ότι πηγαίνουν σχολείο, ενώ στην πραγματικότητα δεν «πατούν σ’ αυτό παρά τις δύο πρώτες μέρες της σχολικής χρονιάς». Και για του λόγου το αληθές, μας έδειξαν τσούρμο παιδιών που έπαιζαν ανέμελα στις γειτονιές του καταυλισμού τις ώρες που θα έπρεπε να βρίσκονται (καθώς τουλάχιστον η στοιχειώδης εκπαίδευση είναι υποχρεωτική) στις σχολικές αίθουσες.
Οπωσδήποτε υπάρχουν στοιχεία υπερβολής στις διηγήσεις των «αυτοχθόνων», ίσως και ένας υφέρπων ρατσισμός.
Ομως, από την άλλη, η επιδοματική πολιτική που με πείσμα για ενίσχυση των αδυνάτων ασκείται από την αρμόδια υπουργό κ. Φωτίου και την κυβέρνηση, έχει τονώσει την τοπική οικονομία (τόνωση της ζήτησης την ονομάζουν οι οικονομολόγοι) και έχει συμβάλει στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των Τσιγγάνων και στη σταδιακή ενσωμάτωσή τους στην τοπική κοινωνία.
Η ενσωμάτωση αυτή δεν είναι βέβαια πλήρης, παρά τις επίμονες και επίπονες προσπάθειες και των προηγούμενων κυβερνήσεων και τις συνεχείς εισοδηματικές ενισχύσεις.
Η περίπτωση των Τσιγγάνων της Δυτικής Θεσσαλίας δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα ενδεχόμενης σπατάλης πόρων που προορίζονται για τη στήριξη ευπαθών κοινωνικών ομάδων.
Οι σκληροπυρηνικές και συνάμα χαοτικές δομές της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας καθιστούν πολλές φορές αναποτελεσματική την άσκηση πολιτικών πρόνοιας, όπως είναι η πολιτική χορήγησης επιδομάτων.
Η ανεργία και η απροθυμία των Ελλήνων εργοδοτών να ασφαλίσουν τους εργαζομένους τους -η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν κατόρθωσε να εμποιήσει φόβο σκληρής τιμωρίας στους εργοδότες, ούτε να προβεί σε αποτελεσματικούς ελέγχους ακόμη και στην πλατεία Συντάγματος- έχει… κινητοποιήσει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες να μετατραπούν σε «κυνηγούς επιδομάτων» τα οποία δεν δικαιούνται.
Μπορούν όμως να τα εισπράξουν, καθώς δεν δηλώνουν τις αμοιβές τους. Η σωστή κυβερνητική απόφαση να παρέχονται υπηρεσίες υγείας και στους ανασφάλιστους λειτούργησε αντικειμενικά ως αντικίνητρο για τη δήλωση του εισοδήματός τους και την υπαγωγή τους στην κοινωνική ασφάλιση και ενέτεινε το κυνήγι των επιδομάτων. Η επανεξέτασή τους -και όχι σώνει και καλά επειδή την επιβάλλουν οι δανειστές- καθίσταται απαραίτητη.
Τα Κέντρα Πληροφόρησης για τα επιδόματα κοινωνικής αλληλεγγύης που συστήνονται ή πρόκειται να συσταθούν πρέπει να επεκτείνουν τις αρμοδιότητές τους και στον αυστηρό έλεγχο των προϋποθέσεων χορήγησης.
Στην περίπτωση αυτή πρέπει να μην ισχύσει το τραπεζικό απόρρητο έναντι των ελεγκτικών αρχών και να αναπτυχθεί σταθερή και ειλικρινής συνεργασία με τις τοπικές αρχές για τη συγκέντρωση πληροφοριών.
Εξυπακούεται ότι δεν θα υπάρχουν διακρίσεις υποψήφιων «επιδοματούχων» μεταξύ «αυτοχθόνων» και μεταναστών-προσφύγων κ.λπ.
Εξυπακούεται ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνουν περικοπές επιδομάτων και κουτσούρεμα της προνοιακής πολιτικής της κυβέρνησης μόνο και μόνο γιατί το υπαγορεύουν δημοσιονομικοί στόχοι και η νεοφιλελεύθερη επιτήρηση των θεσμών.
Το μνημονιακό κουαρτέτο επανέρχεται στην Αθήνα προς τα τέλη Νοεμβρίου και είναι γνωστό ότι τα επιδόματα και η αναγκαστική πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ συνεχίζουν να αποτελούν τα δύο μεγαλύτερα «αγκάθια» της τρίτης αξιολόγησης.
Ελπίζεται ότι το κυνήγι των εντυπώσεων (και της ουσίας) από το κλείσιμο της αξιολόγησης δεν θα ευνουχίσει το κυνήγι των επιδομάτων, στο οποίο επιδίδονται όσοι πράγματι έχουν ανάγκη να επιβιώσουν μέσω της κρατικής μέριμνας.