Το δημοψήφισμα της 25ης Σεπτέμβρη, με τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Κουρδικής Αυτόνομης Περιοχής (ΚΑΠ) αλλά και των αμφισβητούμενων περιοχών να υπερψηφίζει την πρόθεση της κουρδικής κυβέρνησης για ανεξαρτησία από το Ιράκ, είχε τόσο άμεσο αντίκτυπο που κορυφώθηκε με το βελούδινο πραξικόπημα της 16ης Οκτωβρίου 2017 – νύχτα του Κιρκούκ.
Η αυτενέργεια αυτή ελεγχόμενη από σιιτικά στοιχεία εντός και εκτός Ιράκ και καθοδηγούμενη από εσωτερικές κουρδικές αντιπολιτευτικές δυνάμεις οδήγησε στη συνακόλουθη τακτική, ακόμα υπό εξέλιξη, της πρόσκαιρης υποχώρησης των πεσμεργκά (του Δημοκρατικού Κόμματος του Κουρδιστάν, KDP, σε συνεργασία με μια μικρή ομάδα του κόμματος της Πατριωτικής Ενωσης του Κουρδιστάν, PUK).
Η στρατηγική αποφυγής ανοιχτού πολέμου με εμφυλιακές διαστάσεις –βασικός άξονας του σχεδίου εισβολής στο Κιρκούκ με στόχο την εξάπλωσή του στην ευρύτερη περιοχή της ΚΑΠ- θα είχε κύριο αποδέκτη τον λαό.
Το ιστορικό δημοψήφισμα με το ερώτημα «θέλετε η ΚΑΠ και οι περιοχές του Κουρδιστάν εκτός δικαιοδοσίας της να γίνουν ανεξάρτητο κράτος;» συγκέντρωσε το απόλυτο ποσοστό του 92,73% και έδωσε την ηθική και πολιτική δυνατότητα στην κυβέρνηση να διαπραγματευτεί το ιστορικό αίτημα της πολυπόθητης ανεξαρτησίας, πυρήνα του κουρδικού ζητήματος – από την αρχή της διεθνοποίησής του (1946 και έπειτα).
Ωστόσο, πρόθεση της κουρδικής πλευράς και συγκεκριμένα του προέδρου Μπαρζανί ήταν το άνοιγμα σε μια νέα φάση πολιτικής με τη Βαγδάτη, με κύριο στόχο την επίτευξη λύσης-συμφωνίας εσωτερικά.
Ενα τέτοιο εγχείρημα εμπεριέχει εσωτερικές όσο και περιφερειακές και διεθνείς διαστάσεις εν είδει ανοιχτών θεμάτων, όπως η επιρροή του Ιράν στην περιφερειακή πολιτική.
Σε αυτό το πλαίσιο ο στρατιωτικός και πολιτικός ρόλος της ΚΑΠ εξακολουθεί να είναι σημαντικός για τον διεθνή παράγοντα καθ’ όλη την επόμενη περίοδο.
Οπως καταδεικνύει και η περίπτωση του Κιρκούκ, η επόμενη μέρα χρήζει οργανωμένης και στρατηγικής διαχείρισης εφόσον οι εξελίξεις στο Ιράκ θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην πολιτική μετάβασης της περιοχής σε μια νέα τάξη δομών, τον δρόμο των οποίων άνοιξαν ήδη οι «αραβικές επαναστάσεις» που στην ολότητά τους απέτυχαν να προσφέρουν την κοινωνική ευημερία που υπόσχονταν.
Με τα γεγονότα ακόμα σε εξέλιξη, ο πρόεδρος Μπαρζανί έχει το στρατηγικό πλεονέκτημα να ανακτήσει εδάφη και να επιτύχει συμφωνία με τη Βαγδάτη.
Το πολυσυζητημένο δημοψήφισμα έδωσε κοινωνικά στον πρόεδρο της ΚΑΠ έρεισμα με την υποστήριξη του κουρδικού λαού, αποτελεί ιστορική παρακαταθήκη και επιβεβαίωσε την υπερεθνική ενότητα των Κούρδων του ευρύτερου Κουρδιστάν.
Ενώ ο θάνατος του ηγέτη του PUK Τζαλάλ Ταλαμπανί (Mam Jalal) συνέβαλε στην επίρρωση της παν-κουρδικής ενότητας, πολιτικά είχε πολύ λιγότερη επίδραση στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό.
Η κατάσταση στο Κιρκούκ υπενθύμισε πως σε κάθε μάχη των Θερμοπυλών θα υπάρχει πάντα ένας Εφιάλτης. Συνεπώς, η κουρδική ενότητα είναι επιτακτική.
Παρά τις έκδηλες περιφερειακές και διεθνείς αντιδράσεις, σε αυτή τη χρονική στιγμή δύσκολα οι διεθνείς πολιτικές θα κατέφευγαν σε γενικευμένο πόλεμο, αλλά σε μια λύση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η ενότητα του Ιράκ δεν μπορεί να αποτελεί επιβεβλημένη λύση παρά απόρροια κοινωνικής αποδοχής.
Ο απόηχος του δημοψηφίσματος της 25ης Σεπτέμβρη αντανακλά τη σημασία που αποδίδουν οι διεθνείς και περιφερειακοί δρώντες στον κουρδικό παράγοντα. Ωστόσο οι αντιδράσεις για τις επιπτώσεις του δημοψηφίσματος υπερέβαλαν τις συνήθεις.
Η απόφαση αναθεμελίωσης των δομών της ευρύτερης Μέσης Ανατολής (MENA) με τον εξωτερικό παράγοντα να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στις σαρωτικές αλλαγές που έπληξαν την περιοχή με ορόσημο το 2003 προηγήθηκε των κουρδικών αυτών εξελίξεων. Αντίθετα, οι επιπτώσεις των πολιτικών αυτών ήταν που διευκόλυναν τη μετάβαση του κουρδικού καθεστώτος από μια κατάσταση de facto αυτονομίας σε μια de jure ανεξαρτησία.
Οι σημερινές εξελίξεις είναι απόρροια των πιο πρόσφατων πολιτικών της Βαγδάτης ευθύς εξαρχής από τον τρόπο (ή μη) εφαρμογής του νέου Συντάγματος στη μετα-Σαντάμ εποχή και δόμησης της εξουσίας στη βάση του δογματισμού με συγκρούσεις μεταξύ των ίδιων των σιιτικών αραβικών κομμάτων και την περιθωριοποίηση του σουνιτικού στοιχείου.
Τελικά η αποτυχία διαφυγής από ένα σύστημα διακυβέρνησης καθόλα συγκεντρωτικό συνέχισε την ίδια παραδοσιακή λειτουργία των δομών με κάποια αλλαγή προσώπων.
Η περίοδος που ακολούθησε το 2007 και τη σύσφιγξη των κουρδικών σχέσεων με περιφερειακές δυνάμεις, καθώς και ο πιο πρόσφατος ρόλος των Κούρδων στην αντιμετώπιση του «Ισλαμικού κράτους» παγίωσαν εδαφικά μια κατάσταση που κάνει ακόμη πιο ξεκάθαρη την εικόνα στο Ιράκ ως προς το ποιος κατέχει τι. Με εξαίρεση τις αμφισβητούμενες περιοχές, το καθεστώς των οποίων προβλεπόταν άλλωστε από το άρ. 140 του ιρακινού Συντάγματος, η υπόλοιπη εδαφική επικράτεια του Ιράκ κάθε άλλο παρά μπερδεμένη είναι.
Ο πόλεμος εναντίον του «Ι.Κ.» σφράγισε τα εδαφικά όρια μεταξύ Βαγδάτης και Ερμπίλ που τόσο έντεχνα το πραξικόπημα της 16ης Οκτώβρη επιχείρησε να ανατρέψει.
Σχήμα οξύμωρο σε όλη αυτή την περίοδο, εισέτι και την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, αποτέλεσαν αντιδράσεις χωρών όπως της Τουρκίας παρά τις θεσμοθετημένες σχέσεις με την ΚΠΚ που έφτασαν στο ζενίθ (με την αναγνώριση της κουρδικής σημαίας-σύμβολο του Κουρδιστάν στις επίσημες διακρατικές επισκέψεις), όπως άλλωστε σημαντικές ήταν και οι οικονομικές σχέσεις Τεχεράνης- Ερμπίλ. Η περίπτωση του Κιρκούκ κατέδειξε τον τρόπο που οι προσωπικότητες διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικής.
Η πρόταση του προέδρου της ΚΑΠ, Μασούντ Μπαρζανί, για ένα Ομοσπονδιακό Κουρδιστάν (Federal Kurdistani State) ίσως αποτελεί τελικά βιώσιμη λύση καθώς και το ειδικό καθεστώς των αμφισβητούμενων περιοχών εξασφαλίζει αλλά και την ανεξαρτησία από το υπόλοιπο Ιράκ, δίνοντας την ευκαιρία για μια ειρηνική συμβίωση στην ευρύτερη περιοχή.
Η πρόταση αυτή απλώς νομιμοποιεί την παρούσα κατάσταση στο ιρακινό έδαφος και βοηθά στην ελάττωση των ζητημάτων κρίσης της χώρας αν τελικά το Κουρδικό αποτελεί το μοναδικό.
Το ερώτημα που τελικά τίθεται είναι τι είδους σταθερότητα και συμμαχίες θέλουν περιφερειακές και διεθνείς δυνάμεις – σε μια περίοδο που οι Κούρδοι (όχι μόνο του Ιράκ αλλά και της Συρίας) πέτυχαν σε πολιτικό, στρατηγικό αλλά και πιο πρόσφατα κοινωνικό επίπεδο με το άνοιγμά τους στη διεθνή κοινότητα ως διεθνών παικτών.
Μια νέα λύση για το Ιράκ δεν θα ευνοήσει μόνο τους Κούρδους να επιτύχουν τις ιστορικές διεκδικήσεις τους, αλλά και το ίδιο το αραβικό στοιχείο, μια και η υλοποίηση της πολιτικής αποδυνάμωσης των αραβικών κρατών (ήδη έκδηλη από το 2003) βρίσκεται προ της ολοκλήρωσής της.
Το αντίδοτο θα ήταν η ανάνηψη της δύναμης αυτής μέσω διαφορετικών δομών δικής τους διακυβέρνησης – όχι απαραίτητα μέσω του παραδοσιακού μοντέλου έθνους-κράτους που σε κάθε περίπτωση δεν συνάδει με την πολυταυτοτική σύνθεση των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής.
*Η δρ Μαριάννα Χαρουντάκη είναι λέκτορας Κουρδικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων στη Σχολή Ιστορίας, Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων και επικεφαλής της Μονάδας Διεθνών Σπουδών του Κουρδιστάν στο Πανεπιστήμιο του Leicester. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Οι Κούρδοι και η Εξωτερική Πολιτική των ΗΠΑ» (Routledge, 2010)
