Οι επαφές υψηλού επιπέδου που είχε ο πρωθυπουργός στη σύνοδο κορυφής που πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Εσθονίας συνεχίζονται με την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στον Λευκό Οίκο και τη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ στις 17 Οκτωβρίου.
Η ημερομηνία οριστικοποιήθηκε χθες και επιβεβαιώθηκε από πηγές του Μεγάρου Μαξίμου. Στην ατζέντα περιλαμβάνονται θέματα όπως οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό, αλλά και ζητήματα που σχετίζονται με την ελληνική οικονομία, την πορεία εξόδου από την κρίση και τη βοήθεια που μπορούν να παράσχουν προς αυτή την κατεύθυνση οι ΗΠΑ.
Το μέλλον της Ευρώπης τέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων του Αλέξη Τσίπρα με τους Άνγκελα Μέρκελ, Εμανουέλ Μακρόν, Πάολο Τζεντιλόνι και πολλούς άλλους ηγέτες στο περιθώριο της διήμερης συνόδου κορυφής στο Ταλίν.
Η συζήτηση στο δείπνο των ηγετών αποτέλεσε μια πρώτη ευκαιρία μετά τις γερμανικές εκλογές να ανιχνευθούν οι προθέσεις όλων των πλευρών ως προς τη συζήτηση για το μέλλον της Ένωσης.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός διατύπωσε με σαφήνεια τις κεντρικές θέσεις του: η πολιτική κρίση που προέκυψε από την αδυναμίες της Ε.Ε. να αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις (οικονομία, μεταναστευτικό-προσφυγικό, περιφερειακές εξελίξεις) τα προηγούμενα χρόνια δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη λογική «business as usual».
Στις δηλώσεις του επισήμανε το «πολύ θετικό κλίμα» που υπήρξε, αλλά και διαπίστωσε ότι όλοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη για ουσιαστική συζήτηση για το μέλλον της Ένωσης και την ανάγκη να υπάρξουν γενναίες τομές στο θεσμικό πλαίσιο ώστε να μπορεί να στηρίζεται στα δικά της πόδια
Φυσικά και υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, επισήμανε, «όμως είναι θετικό γεγονός ότι όλοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη να προχωρήσουμε με βήματα γοργά σε αυτόν τον διάλογο και με γενναίες αποφάσεις με ορίζοντα το 2019».
«Για να μπορέσει η Ευρώπη να παίξει έναν ισχυρό, παγκόσμιο ρόλο», πρόσθεσε, «δεν μπορεί παρά να είναι ικανή να λύνει τα δικά της προβλήματα μόνη της».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Αλ. Τσίπρας στο γεγονός ότι «ακόμα και εκπρόσωποι χωρών που θεωρούσαν αδιανόητο να μπορεί να υπάρξει ένα πρόγραμμα στην Ευρώπη χωρίς την παρουσία του ΔΝΤ, μιλούσαν με αυτοποεποίθηση για την ανάγκη η Ευρώπη να δημιουργήσει τους δικούς της ανάλογους θεσμούς, ώστε να μην είναι αναγκαία η πρόσκληση ξένων θεσμών για να στηρίξουν τις δικές μας ανάγκες».
