Η ακροθαλασσιά, πλάτους επτά-οκτώ μέτρων, έπασχε από διχασμό προσωπικότητος, όντας στρωμένη με χοντρό βότσαλο στο μεγαλύτερο τμήμα της και με παχιά άμμο στη γωνιά. Ο ογκόλιθος-χλοοτάπητας δέσποζε στο μεταίχμιο, κρύβοντας το άνοιγμα σπηλαίου, στο οποίο έμπαινες γονατιστός ώσπου έφτανες σουρνάμενος σε αίθουσα μεγέθους δωματίου, όπου μπορούσες να σταθείς ελαφρά κυρτωμένος.
Ανένηψα, σαν τον Ανταίο, μόλις πατήσαμε στο έδαφος. Εδώ υπερτερούσα εγώ και σε ταχύτητα και σε αλκή. Το ’ξερε. Καμώθηκα πως την κυνηγώ κι εκείνη ότι τρέχει. Την έπιασα απ’ τον καρπό κλείνοντας σφιχτά την παλάμη. -«Θα σου δείξω εγώ λοιπόν» τη φοβέρισα τάχα. Εκανε ν’ αποτραβηχτεί. Η επαφή των χεριών μας, όμως, ανέπτυξε αντίρροπες δυνάμεις που κόλλησαν μοιραία τον έναν στον άλλον. Κατάπληκτα ρίγησαν τα κορμιά μας. Τα στόματά μας ενώθηκαν με ορμητικό πόθο. Ολα τα φιλιά που με άρδευαν ώς τότε χύθηκαν σαν άχρωμο, άγευστο νερό και υποκλίθηκαν στο ξανθό, μυρωμένο, φλογάτο κρασί –το πιο μεθυστικό του κόσμου– που με κερνούσαν τα χείλη της.
Το ποτό των Ολύμπιων Θεών αποκλείεται να ’χε τόσο εκλεπτυσμένη γεύση. Το θεσπέσιο νέκταρ με μετέφερε απ’ το ενστικτώδες στο ιδεατό, απ’ το ορθολογικό στο παραμυθένιο, απ’ το εφήμερο στο παντοτινό, απ’ το γήινο στο υπερκόσμιο, απ’ το χθόνιο στο αιθέριο, το ουράνιο, το ασύλληπτο, το άναρχο – επίπεδα επάλληλα στην εξέλιξη της σχέσης μας. Κι έπειτα με γύριζε πίσω ξανά. Και δώσ’ του πάλι. Τουλάχιστον απ’ την εποχή που ο Τειρεσίας έδωσε ειλικρινή όσο και ασυλλόγιστη απάντηση στην Ηρα και τυφλώθηκε διά παντός, στον έρωτα πρυτάνευε εκείνη. Το ’ξερα.
Αδυνατούσα, ωστόσο, να διανοηθώ ακόμα και στις πιο αχαλίνωτες φαντασιώσεις μου, τις εντάσεις, τις εκτάσεις, τις ανατάσεις στις οποίες με διακτίνιζε ο σεβντάς της. Πλεονεκτούσε απέναντι σε χίλιες φιλήδονες Συβαρίτισσες μαζί. Στις παράφορες περιπτύξεις μας βίωνα άκρως απελευθερωτικές μορφές πνευματικού αισθησιασμού, απαλλαγμένες από κάθε πολιτισμική επιρροή και κοινωνική διαμεσολάβηση, παρεισφρέοντας στις χαμηλότερες σφαίρες του πρωτόγονου, ζωώδους αφροδισιασμού.
Τις τρεις εβδομάδες που ζήσαμε οι δυο ες σάρκα μίαν κάναμε σπίτι μας το Σπήλιο της Γλαόπης, αρχικά εξοχικό και πολύ σύντομα πρώτη κατοικία. Σκάρτη ωρίτσα μάς έπαιρνε να φτάσουμε κολυμπώντας. Απ’ τη δεύτερη μέρα κι ύστερα κουβαλούσαμε βιβλία, κολατσιό, τσιγάρα και το ζέρο ζέρο χασισάκι απ’ το Μαρόκο που μας προμήθευσαν οι Σπανιόλοι, συσκευασμένα σε νάιλον σακούλες, τις οποίες κατόρθωνε να κρατά η Λίζα έξω απ’ το νερό. Τις μπίρες, το πόσιμο νερό και τα φρούτα τα μετέφερε η αφεντιά μου σε δικτυωτά σακίδια ψαροντουφεκά περασμένα στη μέση και τ’ άφηνε να κρυώσουν σε θαλασσοσπηλιά με σταλακτίτες, λαξεμένους στην παγομηχανή λιθοξόου αντάξιου του Πραξιτέλη. (Συνεχίζεται)
