Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το τερψιλαρύγγιο απόσταγμα έλυσε τη γλώσσα της μικροσκοπικής επί δεκαπενταετία συνεργάτιδας της Λιζ. Οσα μας είπε γι’ αυτήν, τρώγοντας τα εξωτικά εδέσματα που μας κουβάλησε, επαλήθευσαν πλήρως τους ισχυρισμούς του αρχαιολάτρη καθηγητή. Σιγουρεύτηκα πως η μαγική παράσταση που ξεδιπλώθηκε χθες στο ποτάμι δεν προοιωνιζόταν το Brexit, αλλά το Ligexit, ήγουν την αναχώρηση της Λίγειας, μέσω της Λίζας, από τη ματαιότητα των εγκόσμιων· έναν απ’ τους θανάτους μιας αθάνατης. Και ότι το αφριστό νέκταρ που ωρίμαζε στον διάδρομο ήταν το ποτό της εξόδιας γιορτής. Υπέθεσα βάσιμα τον τόπο του πάρτι.

Πλησίαζε επτά όταν πρότεινα στην ομήγυρη να μεταφέρουμε το θεϊκό βαγένι στο Χαμπάμπ, να μοιραστούμε το περιεχόμενό του με τους θαμώνες. Ο μπαρόβιος Πάτρικ πέταξε τη σκούφια που δεν φορούσε, βρίσκοντας εκπληκτική την ιδέα. -«Πώς θα μπορέσουμε να σηκώσουμε τόσο βάρος;» διερωτήθηκε η Ανακέ. -«Ευκολότερα απ’ ό,τι το ανεβάσαμε ώς εδώ. Είναι πούπουλο» τη διαβεβαίωσα. Αρεσε στη βραχύσωμη καινούργια μας φίλη να κάνει εντύπωση, τσουλώντας τον ογκώδη κύλινδρο στις ανηφοριές της διαδρομής, σάμπως τσέρκι αλλοτινών εποχών στην οδό Φυλής. Περπατούσαμε στητοί και ποζάτοι, υπερήφανοι σημαιοφόροι επινίκιας παρέλασης.

Παλιός γνώριμος –αλίμονο– με τα παιδιά της βάρδιας στη μικρή παμπ ο Πάτρικ δεν δυσκολεύτηκε να τα πείσει σχετικά με την υλοποίηση των σχεδίων μας. Εξασφάλισαν, μάλιστα, και την τηλεφωνική έγκριση του αφεντικού για να ’χουν καλυμμένα τα νώτα. Στήσαμε το βαρέλι σε τραπέζι και το στηρίξαμε με τάκους που ξέθαψε ο κολλητός μου στην αποθήκη. Υστερα ταίριαξε τέλεια στον πίρο παλαιάς κοπής κάνουλα από καρυδιά. Οι κοπέλες του Χαμπάμπ κατέβασαν ποτήρια κι άναψαν καλού-κακού στην αυλή τις θερμάστρες-μανιτάρια. Παρότι ο Απρίλιος μπήκε ηλιόλουστος, πέφτοντας η νύχτα έβαλε ψύχρα και λιποβαρή σύννεφα συγκεντρώνονταν στον ουρανό. Σερβίροντας τις πρώτες κούπες –ρόλο κάπελα, φυσικά, ανέλαβε μετά χαράς ο Πάτρικ– νηφάλιες υμνωδίες διαχέονταν στην περιοχή. Στο άκουσμά τους άρχισαν να πλακώνουν οι πρώτοι ακάλεστοι προσκεκλημένοι. «Μια Σειρήνα στο Λονδίνο» θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος της βραδιάς. Σε καμιά ωρίτσα γινόταν χαμός. Συνέρρεε, όμως, ένα εντελώς ιδιαίτερο πλήθος. Πακιστανοί απ’ τα διπλανά οικήματα, Αφρικανοί, Ανατολίτες, Ισπανοί, Ιταλιάνοι, Βαλκάνιοι, εργαζόμενοι και φοιτητές. Σπιτόγατος Βιετναμέζος βγήκε κατά τις δέκα προς άγραν Πόκεμον και κόλλησε στο απροσδόκητο νταβαντούρι.

Ξανθομπούμπουρες υπήρχαν ελάχιστοι, κυρίως νεαροί καλλιτέχνες, γερασμένοι χίπηδες και δεκάδες γνωστοί του Πάτρικ απ’ τις μπιραρίες, προικισμένοι με μύτη λαγωνικού σαν κι εκείνον. Το πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιθώριο μ’ άλλα λόγια. Επικρατούσε διονυσιακός οίστρος. Οι συμποσιαστές έπιναν ήσυχα και κουβέντιαζαν ζωηρά. Περί τα μεσάνυχτα ένιωσα τρία ανεπαίσθητα σκουντήματα στον ώμο. Με την περιφερειακή όραση τσάκωσα τη Λίζα να χαμογελά. Στάθηκε φωταυγής στο μέσον της συντροφιάς κι αγέρωχη μες σε μακριά καμπαρτίνα επιδόθηκε σε τσουγκρίσματα με τους παριστάμενους. Ανάμεσα στα κουμπιά απ’ τη μέση και κάτω λαμπύριζε, λες, κοραλλένια καδένα.

Ο θόλος απέκτησε αίφνης χρώμα μαργαριταριού που μεταλλασσόταν απ’ το γκρίζο στο μολυβί. Συνεχείς αστραπές στο βάθος του ορίζοντα μαρτυρούσαν ότι κάπου μακριά ήδη βρέχει. Εσκυψε και με φίλησε θλιμμένη και με αλεκτοροειδές, παιχνιδιάρικο βάδισμα κατευθύνθηκε προς την όχθη. Την ακολουθήσαμε καθώς οι πρώτες ψιχάλες ζέσταιναν τα μαλλιά και τα μέλη μας. Η Λίγεια έβγαλε τις γόβες αποκαλύπτοντας τα πτερύγια της ουράς. Τραβώντας τον χιτώνα φανερώθηκαν τα κάτω άκρα ιχθύος. Γύρισε και κοίταξε βουρκωμένη, καθώς βουτούσε σαν αλμυρή σταγόνα για πάντα στον Τάμεση. Την αποχαιρετήσαμε με μακρόσυρτο, ουρανόμηκες «ευοί ευάν». Τουλάχιστον ήξερα πώς θα την ξαναβρώ και ότι εφεξής η ζωή μου δεν θα ’ταν παρά η επίπονη, μακρά ή συντομότερη, προετοιμασία γι’ αυτήν ακριβώς τη μοιραία συνάντηση.