Κάποτε στην Ελλάδα οι αρχηγοί των αστικών κομμάτων διορίζονταν από το παλάτι και την πρεσβεία των ΗΠΑ και καλούνταν εκ των υστέρων οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες να επικυρώσουν τυπικά την απόφαση. Στη συνέχεια τα αστικά κόμματα ανέθεσαν στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες την ευθύνη για την ανάδειξη των αρχηγών.
Στην κομμουνιστική Αριστερά το εκλεκτορικό σώμα είναι η Κεντρική Επιτροπή. Αργότερα, σε κάποιες περιπτώσεις κομμάτων, τον ρόλο ανέλαβαν τα συνέδρια.
Τα τελευταία χρόνια και εδώ και σε άλλες χώρες της Ευρώπης προκρίθηκε η εκδοχή των ψηφοφοριών σε εθνικό επίπεδο, όπου όμως παίρνουν μέρος τα μέλη των κομμάτων και εκείνοι/ες που γράφονται στους καταλόγους και αποκτούν την ιδιότητα του μέλους.
Διαδικασίες στις οποίες μπορεί να συμμετέχει όποιος γουστάρει χωρίς κανένα κριτήριο, με κρυμμένη την ταυτότητά του και από το σπίτι του δεν έχουν υπάρξει. Μέχρι τώρα.
Αν και έχει ξεκινήσει ανεπισήμως η διαδικασία για την εκλογή αρχηγού στην Κεντροαριστερά, οι υποψήφιοι, αντί να εστιάζουν στα θέματα ιδεολογικής φυσιογνωμίας και πολιτικής γραμμής του νέου εγχειρήματος, διαπληκτίζονται για τη διαδικασία.
Το μεγάλο αγκάθι είναι η ηλεκτρονική ψηφοφορία. Οι διαφωνίες δεν αφορούν την ουσία της πρότασης αλλά το πώς θα χτιστούν οι ασφαλιστικές δικλίδες ώστε να αποτραπούν κρούσματα νοθείας και αδιαφάνειας, τα οποία αν εμφανιστούν (θα εμφανιστούν σίγουρα, το ζήτημα είναι σε πόση έκταση) θα θέσουν εν αμφιβόλω το αποτέλεσμα.
Είναι βεβαίως φανερό ότι η μαζική συμμετοχή που εξασφαλίζεται με την ηλεκτρονική ψηφοφορία ευνοεί ορισμένους υποψηφίους που δεν έχουν συγκροτημένους προσωπικούς μηχανισμούς ή ένα κόμμα να τους στηρίζει, ωστόσο το θέμα που θα έπρεπε να απασχολεί τους υποψηφίους δεν είναι αυτό, αλλά το αν βοηθάει την πολιτική η εξ αποστάσεως «συμμετοχή».
Οι αλλαγές στα κόμματα και στην κοινωνία δεν έρχονται από πολίτες που προτιμούν να τοποθετούνται από τον καναπέ τους.
Η φυσική παρουσία στις κάλπες, στις διαμαρτυρίες και στις διαδηλώσεις επιβάλλεται, διαφορετικά κουμάντο θα κάνουν οι ειδικοί και οι επαγγελματίες, οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο να επιζητούν την παρουσία των πολιτών αφού θεωρούν την πολιτική αναγκαίο κακό που πρέπει να περιορίζεται στην εθνική εκλογική διαδικασία κάθε τέσσερα χρόνια.
Σωστά ένας εκ των υποψηφίων, ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, επισήμανε ότι «για τους εντός Ελλάδος πολίτες η ψηφοφορία και η συμμετοχή από τον καναπέ δεν ενθαρρύνει την ενεργοποίηση της κοινωνίας».
Αναρωτιέμαι γιατί αυτός/ή που επιθυμεί να έχει άποψη για το ποιος/α πρέπει να είναι επικεφαλής της παράταξης, διστάζει να πράξει το αυτονόητο, να πάει δηλαδή στην κάλπη και να ψηφίσει.
Βαριέται; Δεν δικαιούται τότε να εκφράσει γνώμη. Ντρέπεται; Ας λύσει αλλιώς τα υπαρξιακά προβλήματά του. Δεν θέλει να εκτεθεί γιατί ανήκει σε άλλο χώρο και το μόνο που τον/την ενδιαφέρει είναι να εκλεγεί εκείνος/η που την επόμενη μέρα θα οδηγήσει την παράταξη στην αγκαλιά του δικού του κόμματος; Υπηρετεί σκοπιμότητες.
Οπως λέει ο Μπέντζαμιν Μπάρμπερ: «Το να είσαι πολίτης σημαίνει να συμμετέχεις με κάποιον συνειδητό τρόπο, που προϋποθέτει επίγνωση και εμπλοκή σε κάποια δραστηριότητα με άλλους» («Ισχυρή Δημοκρατία» εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 314).
