Εχουν περάσει τόσα χρόνια από το ανέβασμα του έργου στο θέατρο της Κυκλάδων από τον Βογιατζή κι όμως η εντύπωση από εκείνη την πρεμιέρα ζει ακόμη μέσα μου ζωηρή. Ή μάλλον όχι ακριβώς η εντύπωση∙ η απορία. Τι ακριβώς είχαμε δει; Το «Με δύναμη από την Κηφισιά» δεν έμοιαζε απλώς να ξεφεύγει του κανόνα που κρατούσε τότε τα περισσότερα ελληνικά έργα στον δρόμο της ενδοσκόπησης. Αυτό πήγαινε μάλλον κόντρα.
Ηταν αφύσικα κι αταξινόμητα ελαφρύ, ανέμελο κι αστόχαστο, πολύ αστείο βέβαια και, κυρίως, με πράγματα που κανονικά ανήκαν στο βασίλειο της φαρσοκωμωδίας. Δεν είχε ίχνος από την περίφημη «ιθαγένεια», δεν έμοιαζε να εξελίσσεται σε κάτι – για να μην αναφέρω ότι το έργο είχε για τόπο του την Κηφισιά και για κατοίκους γυναίκες βγαλμένες από τηλεοπτικές σειρές της εποχής (όπως την αμίμητη Ντένη Μαρκορά στους «Δύο Ξένους»).
Αν δεν κάνω λάθος, ακόμα κι ο περίεργος τίτλος της ακουμπούσε σε μια κοινή φράση της τότε καθημερινότητας, που σήμερα έχει ξεχαστεί…
Για να πω λοιπόν τα πράγματα με το όνομά τους, έφυγα τότε από το Κυκλάδων με την απορία μήπως μόλις είχαμε δει Ρέππα-Παπαθανασίου σε συσκευασία Κεχαΐδη-Χαβιάρα-Βογιατζή.
Ζωντανό θέατρο
Το θέμα βέβαια σηκώνει πολλή κουβέντα… Θα πω μόνο πως μια τέτοια απορία στάθηκε η αφορμή για να αναθεωρήσουμε μερικές από τις ατσαλάκωτες νεανικές απόψεις μας. Ας δούμε τα πράγματα καθαρά: σε ποιο ακριβώς σημείο της δραματουργίας του έκρινε ποτέ ο Κεχαΐδης τα πρόσωπά του;
Πότε το έργο του αυτοανακηρύχτηκε «πολιτικό», πότε «κοινωνικό» και πότε άραγε ανέλαβε το βαρύγδουπο χρίσμα της «υπαρξιακής φάρσας»; Πότε επιτέλους το ζωντανό αυτό κομμάτι ζωής και θεάτρου φορτώθηκε τις δικές μας (ασήκωτες) αναλύσεις;
Η απάντηση είναι «ποτέ». Το θέατρό του υπήρξε ένας ζωντανός χώρος θεάτρου. Πρόσωπα ξεπηδούν από αυτόν τον χώρο και αντιδρούν σύμφωνα με αυτόν, μιλούνε σύμφωνα με αυτόν, χτίζουν και γκρεμίζουν με τα δικά του υλικά. Κι όλο αυτό πάνω σε μια καλοκουρδισμένη σκηνική μηχανή. Σχέδια και κόλπα, παγίδες και όνειρα εξυφαίνονται, αποκαλύπτονται τότε και τόσο όσο χρειάζεται για να κρατάμε την ανάσα μας -όταν δεν κρατάμε την κοιλιά μας από τα γέλια…
Σε αυτό το έργο Κεχαΐδη-Χαβιαρά αγγίζει την παράδοση των σπουδαίων τεχνικών της ελληνικής φαρσοκωμωδίας (των Ρέππα-Παπαθανασίου περιλαμβανομένων). Διαφέρει όμως σε κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό. Ενώ εκείνοι θέλουν να «κλείνουν» τα έργα τους, να τα ολοκληρώνουν, να σβήνουν τη μηχανή τους με την αυλαία, εδώ τίποτα ακριβώς δεν τελειώνει με την αυλαία. Τα πράγματα μένουν σε εκκρεμότητα και συνεχίζουν στο επόμενο έργο. Τα συμπαθητικά πλάσματά τους (τόσο συμπαθητικά μάλιστα, ώστε να ξεχνούμε από τι πάσχουν) συνεχίζουν να μας απασχολούν και στο μετά και στο τώρα.
Στο «Με δύναμη από την Κηφισιά» (υποψιάζομαι μήπως πρέπει να το αποδίδουμε στους «Χαβιαρά-Κεχαΐδη», για τη σωστή τάξη) τέσσερις γυναίκες -πολύ πριν από το «Sex and the City»- μιλούνε μόνο για άνδρες, αποκλειστικά για άνδρες, εν τη απουσία και τη φασματική παρουσία τους. Εχουν προβλήματα. Κάποια δεν μπορεί να αποφύγει τον γάμο με έναν άνδρα που κατά βάθος απεχθάνεται.
Κάποια άλλη πληρώνει τώρα το τσιλιμπούρδισμα με τον συνάδελφο του δικού της. Μια τρίτη, ζει μια έντονη ερωτική εμπειρία με κάποιον σκοτεινού ηθικού πυθμένα. Και η τέταρτη, η μικρότερη, έχει κι αυτή δικά της ζητήματα, με τον δικό της έρωτα, που φανερά εκμεταλλεύεται αυτήν και το όμορφο και πλούσιο σπίτι της…
Κι όπως είναι απολύτως φυσικό, όλοι μα όλοι θεωρούμε τα προβλήματα αυτά ελαφριά κι ασήμαντα. Ισως και να ’ναι έτσι… αλλά μια στιγμή! Είναι τα προβλήματα αυτά ελαφρύτερα από τα αντίστοιχα των «ανδρών» που κατοίκησαν παλιότερα έργα του Κεχαΐδη; Υπήρχε εκεί η «σοβαρότητα» που εδώ απουσιάζει; Δεν το πιστεύω. Απλώς εκεί, είχαμε άνδρες να μιλούν για ανδρικά πράγματα με ανδροπρεπή τρόπο. Οταν το ίδιο συμβαίνει τώρα από καλοκρατημένες γυναίκες, με τον τρόπο των γυναικών και για γυναικεία θέματα, όλα ξάφνου μοιάζουν σαχλά…
Δεν αρνούμαι πως υπάρχει μπόλικη επιπολαιότητα στον κόσμο αυτών των προσώπων -αρνούμαι όμως να δούμε πως ο κόσμος τους είναι καταρχήν σαχλός. Στο τέλος-τέλος γιατί να μη δούμε τις ευάλωτες αυτές υπάρξεις και με τον δικό τους τρόπο; Σαν αληθινές φίλες -που είναι!-, με την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά, την ευαισθησία και τη γερή δόση της ειλικρίνειάς τους, με αρετές που, αν θυμάμαι καλώς, δεν ανιχνεύονται πια και τόσο συχνά στα αντίστοιχα ανδρικά πορτρέτα του Κεχαΐδη.
Από εμάς εξαρτάται λοιπόν. Αν βλέπουμε στην Κηφισιά ώριμες γυναίκες να γκομενίζουν σε πλούσια σπίτια, βλέπουμε μια φαρσοκωμωδία αντάξιά μας. Αν τις δούμε ως ανθρώπους που έχουν εγκλωβιστεί στους φόβους και την οπτική τους, σε έναν κόσμο μισότρελο, με μόνο όπλο επιβίωσης τη μεταξύ τους φιλία, τότε βλέπουμε αληθινά κάτι μεγαλύτερο, κάτι δυνατότερο, κάτι πέρα από την Κηφισιά.
Μελαγχολική οπτική
Νομίζω ότι ο Δημήτρης Καραντζάς αυτό προσπάθησε να δείξει. Δεν είναι εύκολο, το ξέρω. Το έργο έχει πατήματα, μιλάει κατευθείαν στο κοινό σαν φάρσα και η κάθε παρεμβολή του σκηνοθέτη οδηγεί εύκολα σε «σκηνοθετισμούς». Μου φαίνεται ότι ο Καραντζάς πρέπει να δυσκολεύτηκε πολύ, το ζητούμενο ωστόσο επιτεύχθηκε: Οι κυρίες του Νέου Κόσμου ζουν σαν τα χάμστερ σε «κλουβί εκτόνωσης», χωρίς διαφυγές (σκηνικά της Αρτέμιδος Φλέσσα) ή εξόδους κινδύνου.
Οι σκάλες στα σπίτια τους δεν οδηγούν πουθενά, η πόρτα εξόδου σε ξαναβάζει μέσα, στο περιβάλλον γενικής υστερίας το κουδούνι ισοδυναμεί με συναγερμό και η κάθε βόλτα στην αυλή είναι στην πραγματικότητα μια στενή διαδρομή στο πουθενά -ακόμα κι όταν το «πουθενά» ονομάζεται τώρα «Ταϊλάνδη».
Το ότι με μια τέτοια μελαγχολική οπτική, η παράσταση του Νέου Κόσμου παραμένει αληθινά αστεία και γελαστική, πρόκειται για θαύμα. Το οφείλει στην αίσθηση της αναμόχλευσης του κωμικού που δίδαξε ο σκηνοθέτης και πραγματοποιούν οι τέσσερις ερμηνεύτριες.
Το υπέροχο είναι πως τα πρόσωπά τους πατούν σε τύπους για να υψώσουν χαρακτήρες: Η κάπως χαμένη Αλέκα της Λυδίας Φωτοπούλου, η φοβική κι υστερική Μάρω της Γαλήνης Χατζηπασχάλη, η μετέωρη Φωτεινή της Εμιλυς Κολιανδρή, και η νεαρή, προσγειωμένη αλλά και ευάλωτη Ηλέκτρα της Ευδοξίας Ανδρουλιδάκη. Κι είναι αληθινά σπάνιο να βλέπεις σε κωμωδία ομαδικό παίξιμο, τόση αλληλοσυμπλήρωση και αλληλοϋποστήριξη.
Γιατί κατά τ’ άλλα είναι να διασκεδάζεις και να θλίβεσαι με αυτές τις κυρίες. Γι’ αυτές τις ίδιες πρώτα, για τη ζωή τους. Κι ύστερα, βέβαια, για την εποχή, τη δική τους και δική μας. Τότε που σαν καρτούν βαδίσαμε ακίνητοι στον αέρα. Κι ύστερα είδαμε τον γκρεμό από κάτω…
