Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπάνισα, τότε, να ’ρχεται από μακριά σκυφτή, ανδρική σκιά με αλλοπρόσαλλο, αργό βήμα που παλαντζάριζε σε ακανόνιστα οχτάρια. Το πρόσωπο μου φάνηκε οικείο ζυγώνοντας και μόλις πρυτάνευσε στο οπτικό μου πεδίο, αναγνώρισα άναυδος τον παλιόφιλο Πάτρικ. -«Εκλεισε όλες τις παμπ της περιφερείας και πάει για ύπνο, αν τα καταφέρει» συνείκασα. Φτάνοντας ακριβώς μπροστά μου, το βλέμμα του ξεστράτισε προς το νερό και τινάχτηκε σύγκορμος. Πιάστηκε γερά απ’ το κιγκλίδωμα της οδού και βάλθηκε να αποθαυμάζει τα απίθανα τεκταινόμενα, ώσπου τράβηξε με τα δάχτυλα τα λιγοστά μαλλιά του προτού σωριαστεί στο κράσπεδο φαρδύς-πλατύς.

Σκέφτηκα να κατεβώ να τον συνδράμω, με εμπόδισε όμως η αγέρωχη νεράιδα που ισορροπούσε με τα πτερύγια του κόκκυγος στο μεσιανό άρμπουρο, τείνοντας τους βραχίονες προς τους ευκλεείς, θεόρατους πύργους του Σίτι, σαν να εκτελούσε πράξεις μαγείας. Υπακούοντας στις μαγγανείες της, ο «Τρίφτης» εγκατέλειψε ανάλαφρα τα κατώφλια των νεφών και πήρε πειθήνια τη θέση του κοντραφλόκου. Τον ακολούθησε, θροΐζοντας στο κενό σάμπως χαρτί, το «Αγγουράκι» που διάλεξε το ιστίο της μετζάνας.

Το «Θραύσμα» εγκαταστάθηκε στη μαΐστρα, το «Ζαμπονάκι» στον παπαφίγκο και το «Νυστέρι» στο παροκέτο. Ως και η «Τάουερ Μπριτζ» βολεύτηκε στο πρόστεγο. Παραφωνία απετέλεσε το «Λόντον Αϊ» που προσέδιδε στο ποντοπόρο όψη ποταμόπλοιου. Το Λονδίνο χαμήλωνε αισθητά χωρίς τους ουρανοξύστες του, σε χτυπητή αντίθεση με την αδρεναλίνη του ανομοιόμορφου κοινού που εκτοξευόταν στα ύψη. Απαξάπαντες, μολαταύτα, εμβρόντητοι και βουβοί έστρεφαν την προσοχή τους στη δαιμονική θυγατέρα που, αφού τακτοποίησε στο κατάστρωμα και το τελευταίο αλληγορικού συμβολισμού οικοδόμημα, κατέλαβε το γνώριμο πόστο της στο ακρόπρωρο.

Η νύχτα διαύγαζε σαν μέρα, καθώς τα γυάλινα άρμενα, που ανέμιζαν ήδη στα γρανιτένια κατάρτια, φωταγωγήθηκαν άπλετα, όπως στα εθνικά ιωβηλαία. Η ενάλιος Νύμφη ένευσε στο ατρόμητο πλήρωμα να αποπλεύσει. Πρόλαβα να καμαρώσω φευγαλέα την εκθαμβωτική καλλονή, τη μαρμαρυγή των ολόμαυρων μαλλιών, το ακτινοβόλημα των πρασινογάλαζων ματιών της. Ξεγελάστηκα, μάλιστα, νομίζοντας πως μου ’κλεισε το δεξί την ώρα που διάβαζα το όνομα του αφύσικου βαποριού, γραμμένο με απαστράπτοντα καλλιγραφικά στο πλάι της: «Ligeia». Ο φιλοθεάμων συρφετός βάλθηκε να παραληρεί, κραυγάζοντας «ούρα» και πετώντας εκατοντάδες παράταιρα καπέλα ψηλά στους αιθέρες.

Η «Ligeia» χάθηκε μετ’ ολίγον προς το άγνωστο. Στον αντίπερα γιαλό κυριάρχησε κλιμακηδόν ερημιά. Η «παγκόσμια μητρόπολη» έμοιαζε με ξεδοντιασμένο δράκο, αποτρόπαια εικόνα απάδουσα με το τι συνέβη προηγουμένως. Εγώ αναζητούσα, ωστόσο, χειροπιαστά πειστήρια για να εφησυχάσω ότι δεν είμαι παράφρων ούτε άθυρμα των ευφορικών ουσιών. Η πρώτη ατράνταχτη απόδειξη κείτονταν εξουδετερωμένη φάτσα στην κεντρική είσοδο του κτιρίου. Ακουγε στο βαφτιστικό Πάτρικ και Κύριος οίδε, αν αύριο θα θυμόταν το παραμικρό. Η δεύτερη έπλεε βραδέως, αλλά σταθερά προς το μέρος μου, λαμπυρίζοντας στο ερεβώδες πέπλο του υδάτινου χειμάρρου. (Συνεχίζεται)