Με την «Εφημερίδα των Συντακτών» συμβαίνει ό,τι και με τα αντισώματα στην ανοσολογία: επιτρέπουν στο ανοσοποιητικό του αναγνώστη να αναγνωρίσει, διαβάζοντας, σε μια ποικιλία αντιγόνων, την ξένη ουσία που εισέρχεται στον οργανισμό του, όπως το δηλητήριο του φιδιού. Να υποθέσω πως η «ανοσοποιητική μνήμη» των Συριζαίων με «αναγνωρίζει», ώστε τώρα που με ξανασυναντά εδώ, να με διαβάσει αποτελεσματικά;
Μου προσάπτουν φέρ’ ειπείν αριστερόστροφο ελιτισμό απέναντι στο Θέατρο και μάλιστα, στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του μέσω της τηλεόρασης.
Δεν έχω κανένα λόγο να μην τον αποδεχτώ, ειδοποιώντας συγχρόνως πως το σοβαρό Θέατρο τον προϋποθέτει, διότι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν ένα «μη-δοσμένο-καθολικό», δηλαδή σαν κάτι που, ενώ ισχύει για όλους, η ενικότητά του δεν του επιτρέπει παρά να ισχύει για τον καθένα με τρόπο μοναδικό. Και δεν είναι παράδοξο πως στο σοβαρό θέατρο του Μπέκετ, τα «παθήματα» είναι τόσο περισσότερο σημαντικά όσο φτωχότερα είναι σε «πάθη» (οι αβανταδόρικες σκηνοθεσίες, τα χοροπηδητά, οι κερδοφόρες υπερβολές).
Και δεν μπορώ παρά να σχολιάσω και τους «προγραμματιστές» του «παθιασμένου» θεάτρου. Οι περισσότεροι έχουν αντιληφθεί το Θέατρο ως «εισιτήρια» και πληκτικές συνεντεύξεις πριν από την πρεμιέρα. Δεν είδα φέρ’ ειπείν –εκτός από το εύστροφο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά– να προγραμματίζεται για φέτος καμιά ποιητική παράσταση παρά μόνο επαναλήψεις. Με μόνη εξαίρεση, το «γιαπωνέζικο παραμύθι» στην Εναλλακτική Σκηνή του Ιδρύματος Νιάρχος, που το περιμένω.
Παραμύθι αδιάφορο για τους μεγάλους, ενδιαφέρον όμως για τα μάτια όσων γίνονται κατά βούλησιν παιδιά, μετέχοντας στην ιδιοφυΐα του σκηνοθέτη. Αλλά επειδή η σχέση με την ιδιοφυΐα συμβαίνει όταν το Θέατρο μάχεται κατά του χάους και, επειδή η πάλη με το χάος ξεκινά όταν ο σκηνοθέτης ζητά να το καταστήσει απτό σε όλους –μέσα από το δικό του χαώδες συναίσθημα–, τότε η αντιμετώπιση του χάους «δεν είναι παρά το όργανο μιας βαθύτερης πάλης με την κοινή γνώμη». Και από την κοινή γνώμη (τους κοινούς σκηνοθέτες και τους κοινούς θεατές) «πηγάζει η δυστυχία των ανθρώπων» (Ντελέζ).
Το Θέατρο τότε, δεν ευτυχεί ποτέ.
Το πεδίο του δεν είναι πεδίο μάχης αλλά συναλλαγής. Δεν ακούγεται καμιά πολεμική κλαγγή κατά της κοινής γνώμης. Και το μόνο που ακούγεται είναι η κλανιά του γερο-Ιορδάνη από την Αυλή των θαυμάτων που παίζεται ξανά και θα παίζεται εις τον αιώνα.
Με την άδειά σας.
