Την πρώτη φορά που άκουσα τον χρυσολαίμη, βρισκόμουν στα μισά ενός ονείρου και δεν κατάλαβα αν αυτό που ακούω είναι μέρος του ασυνείδητου κόσμου μου ή ένα πραγματικό γεγονός.
Τη δεύτερη φορά κατάλαβα πως αποκλείεται κι αυτό το όνειρο να συνοδεύεται από τόσο ζωντανό «κικιρίκου…». Ηταν αλήθεια λοιπόν πως στην καρδιά της πόλης, πάνω στο γλυκό χάραμα, ένας κόκορας έκανε αυτό που ήξερε καλά: ενημέρωνε τις δυο κότες που είχε συντροφιά, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, πως ήρθε η αυγή, πως ο ήλιος ανατέλλει και σήμερα.
Η ταράτσα ενός κοντινού διώροφου σπιτιού ήταν το σπίτι του παράξενου ντελάλη και των «κοριτσιών» του. Χάρμα οφθαλμών ο άτιμος. Ψηλός, περήφανος και στρουμπουλός, με χάλκινα φτερά σ’ όλο του το σώμα εκτός από ένα χρυσό «δαχτυλίδι» γύρω από τον λαιμό.
Το λοφίο του έγερνε λίγο προς τ’ αριστερά, δίνοντας έτσι την εντύπωση πως είχε μια μποέμικη φράντζα που τον έκανε ακαταμάχητο. Αδιαφορούσε για την πόλη γύρω του, κυνηγούσε μονίμως τις κότες και έψαχνε για καλαμπόκι σε κάθε γωνιά της ταράτσας.
Μάλωνε τα περιστέρια που πλησίαζαν και ύστερα επιθεωρούσε σοβαρός και μεγαλοπρεπής την περιοχή του. Εβγαιναν τα παιδιά των γύρω διαμερισμάτων στα μπαλκόνια να δουν τούτο τον παράξενο «γείτονα». Του πέταγαν ψωμιά και παξιμάδια και κείνος τα έπιανε στον αέρα και με μια υπόκλιση τα άφηνε κάτω. Τέτοιος θεατρίνος ήταν.
Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού είχε σκεφτεί να φέρει τον κόκορα και τις κότες από το χωριό, ώστε τα παιδιά της να έχουν φρέσκα αυγά. Γιατί όχι;
Λίγες μέρες μετά μαθεύτηκε στη γειτονιά πως η αστυνομία είχε έρθει στο διώροφο. Είχαν δεχτεί τηλεφωνήματα και καταγγελίες πως ο κόκορας… ενοχλεί ! Οτι ξυπνάει τον κόσμο μέσα στα άγρια χάραμα, στον πιο γλυκό ύπνο.
Καημένε, χρυσολαίμη, πρέπει να είχες ακούσει πολλά κοσμητικά επίθετα εκείνο τον Σεπτέμβρη, από αγουροξυπνημένους γείτονες που πετάγονταν ξαφνιασμένοι στον ύπνο τους.
Η αστυνομία ήρθε και ξανάρθε. Τελευταία προειδοποίηση: «Θα σας συλλάβουμε και σας και τον κόκορα, κάντε κάτι!». Δεν αντιλήφθηκα αμέσως την απουσία του. Μα κάποια μέρα τον αναζήτησα. Εψαξα με το βλέμμα την ταράτσα. Τίποτα, ησυχία. Μήτε κότες μήτε χρυσολαίμης.
Φήμες κυκλοφόρησαν πως τον γύρισαν πίσω στο χωριό του και ελεύθερος πια αλωνίζει στα λιβάδια και φωνάζει όσο δυνατά του αρέσει. Τουλάχιστον αυτό πίστευαν τα παιδιά της γειτονιάς, που στεναχωρήθηκαν για την εξαφάνισή του. Αλλες φήμες -αυτές που συζητούν μεταξύ τους οι μεγάλοι- λέγανε πως κατέληξε στον φούρνο με πατάτες. Αχ περήφανε, χρυσολαίμη! Δεν σου ταίριαξε η μεγάλη πόλη!
