Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το «μικρό καλοκαιράκι», εκείνο το φθινοπωρινό υπόλοιπο του καλοκαιριού, δεν κατάφερες ποτέ να το γευτείς όπως του πρέπει: στην ακτή μιας ήμερης θάλασσας, στην ήπια ζεστασιά της σιωπηλής εποχής που δεν ενοχλεί τις αισθήσεις με εξάρσεις και εξάψεις, αλλά κατευνάζει τα πάθη και προετοιμάζει για τις εσωστρεφείς μέρες που έρχονται.

Το αποκαλόκαιρο ήταν πάντα για σένα όχι η εποχή των διακοπών αλλά των επιστροφών, τότε που η άδεια τελείωνε, τότε που ένα μετακαλοκαιρινό άγχος σκαρφάλωνε στο στομάχι σου, ακολουθώντας το φάσμα των υποχρεώσεων της καινούργιας εργασιακής χρονιάς.

Τώρα όμως το αντέχεις ακόμα πιο δύσκολα, γιατί καλά-καλά δεν χόρτασες καλοκαίρι. Το πέρασες στο διαμέρισμα, σε ένα κοντινό πηγαινέλα έτσι αυθημερόν χωρίς διανυκτέρευση, πετσέτα μέσα στο πλήθος, ένα μέτρο άμμο και αν, ένα μπες-βγες στ’ ανακατωμένα από το τσαλαβούτημα νερά, σάντουιτς και νερά στο ψυγειάκι, καφές από την καντίνα και βενζίνη το μοναδικό σου έξοδο ή το πολύ-πολύ τετραήμερη διαμονή σε μια ηπειρωτική ακτή κι επιστροφή στο χωριό, στα γονικά, στο κουζινάκι, στο αυλιδάκι, τρυφερά αλλά όσο να πεις ίδια κι απαράλλαχτα.

Δεν είναι ότι τα υποτιμάς όλα αυτά. Αντίθετα. Κι έχεις βάλει τα δυνατά σου να μην το μιζερέψεις, αλλά κακά τα ψέματα για να ξεκουραστείς θέλεις τον χώρο, τον χρόνο, τον τρόπο σου: ν’ αδειάζουν από τους γκρίζους όγκους τα μάτια σου, να λευτερώνονται τα πόδια σου από την πυρωμένη άσφαλτο, ν’ αγναντεύεις έναν καινούργιο ορίζοντα που, όσο κι αν είσαι προσγειωμένος και ρεαλιστής, επιτρέπει κάποιο ρομαντισμό εκεί κατά τους χρωματισμούς της δύσης και τόσο δα ένα όνειρο· το θαλασσινό νερό ν’ απορροφάει λυτρωτικά την έντασή σου, μία καταπραϋντική βραδύτητα ν’ απλώνεται αργά στο κουρδισμένο σου κορμί, ιδίως την ώρα του μεσημεριού που ο Ελύτης βάζει όλα τα τζιτζίκια του να διαλύουν με το πεισματάρικο κρεσέντο τους τον χρόνο· να σκιρτάει πάλι μέσα σου εκείνη η γνώριμη ερωτική διάθεση: τη γουστάρεις ακόμα τη γυναίκα σου κι ας έχεις να της το δείξεις καιρό.

Κυρίως είναι που ξέρεις ότι μικραίνουν τα καλοκαίρια σου για να μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο τα δικά τους, ότι τοκίζουν τον χρόνο σου πασχίζοντας να παρατείνουν το δικό τους, ότι κλέβουν τις ανάσες σου για να έχουν εφεδρικές, γιατί νομίζουν ότι έτσι θα μπορέσουν να ζήσουν αιώνια.

Κι αυτό το αποκαλόκαιρο στην πόλη σαν βασανιστική υπόμνηση να μη σ’ αφήνει να ησυχάσεις.

Και τι διαχείριση πάλι να κάνεις, πόση προσαρμογή; Εχει και η διαχείριση ένα όριο. Πόσο να διαχειριστείς την ανάγκη, το όνειρο, το καλοκαίρι;