Ολοτσίτσιδοι μουλιάζαμε στο νερό. Ενιωσα να ξαναβαφτίζομαι στη ζείδωρη πνοή του. Ασκηθήκαμε στο βόλεϊ επί κάμποση ώρα στα ρηχά και καθώς οι συμπαίκτες κλατάριζαν ένας ένας, η Λίζα πρότεινε ν’ ανοιχτούμε να δούμε τι κρύβεται πίσω απ’ τον βράχο που όριζε την είσοδο του όρμου. Κολυμπούσα γρήγορα από πιτσιρικάς. Οταν κοντράραμε με τους συμμαθητές, σε σχολικές κοπάνες και εκδρομές, τερμάτιζα συνήθως τρίτος ανάμεσα σε μια ντουζίνα παιδιά. Αδυνατούσα μολαταύτα να τη συναγωνιστώ όσο κι αν πάσχιζα.
Με δυο απλωτές τιναζόταν τρία μήκη μπροστά. Κοντοστεκόταν ώσπου να τη φτάσω, με ’παιρνε στο κατόπι για λίγο και ξανά μανά μού ’ριχνε στ’ αφτιά. Ο εκνευρισμός μου την εξιτάριζε και εξακολουθούσε το βιολί της –ή μάλλον το κουπί της– με εμφανή σκοπό να με βγάλει εκτός εαυτού. Μ’ έκανε να αισθανθώ πως ερχόμουν και πάλι τρίτος κι ας παραβγαίναμε μονάχα οι δυο μας. Γύρισα ανάσκελα, αδιαφορώντας δήθεν για το χαιρέκακο παιχνίδι της. Καβαντζάραμε κάποτε τον κάβο. Χρυσή αμμουδιά μάς έγνεφε με πύρινο χαμόγελο ίσα μπροστά. Δεν διέθετε ίχνος σκιάς και κινήσαμε έτσι για το επόμενο λιμανάκι. Η εμπασιά του αχνοφαινόταν σε διπλάσια απόσταση.
Ευτυχώς με παράτησε ήσυχο, περίεργη να εξερευνήσει την απορριφθείσα ακτή. Επλεα σε αδιανόητα διαυγή ύδατα· χάρμα ιδέσθαι. Χρωματίζονταν γειτονιές γειτονιές ανάλογα με το ανάγλυφο του βυθού, που φανέρωνε ολοκάθαρα και την πιο απόκρυφη πτυχή του. Το γλαυκό μετατρεπόταν αναπάντεχα σε πράσινο, τιρκουάζ, λευκό πού και πού, υποκύανο, σαξ, λουλακί, σιέλ, ζαφειρένιο, μπλαβί. Βουτώντας και αναδυόμενη κάθε τόσο στον αφρό, η Λίζα με γυρόφερνε σάμπως ζωηρό σταχτοδέλφινο αργοκίνητο σκαρί με γιαλαντζί πιστοποιητικό αξιοπλοΐας ή σαν δειλός καρχαρίας το ανύποπτο θύμα του.
Το Σπήλιο της Γλαόπης, όπως το αποκάλεσε την επαύριο ο καπτάν Φραντζέσκος –απόμαχος ψαράς, που άπλωνε τώρα τα δίχτυα του στο μουράγιο να τυλίξει τίποτα ξενομερίτες πρόθυμους ν’ ακούσουν τα ντέρτια του συνοδεία ρακής–, μας υποδεχόταν προσηνές με τα θέλγητρά του συντεταγμένα. Επρόκειτο για κολπίσκο προσανατολισμένο στον σορόκο, μήκους πενήντα μέτρων το πολύ απ’ τη μια ίσαμε την άλλη άκρια. Υψιτενή, απόκρημνα πετρώματα από γκρίζο σχιστόλιθο τον έζωναν σαν μητρική αγκάλη, καθιστώντας τον αθέατο από οποιοδήποτε σημείο της στεριάς, απ’ την οποία επιπροσθέτως ήταν απροσπέλαστος.
Καταμεσής στον γιαλό, δυο οργιές από ’κεί που σκάει το κύμα, ορθωνόταν ένα τετράγωνο αγκωνάρι ύψους τριών μέτρων, επίπεδο και στην κορφή. Ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα, καταπράσινο σε χτυπητή αντίθεση με την ξεραΐλα του τόπου, καθότι κατέκλυζε τα πρανή του, όπως και την ακρώρεια βοτάνι με έρπον ρίζωμα, πολύκλαδο γραμμωτό βλαστό είκοσι-τριάντα εκατοστών και λογχοειδή φύλλα, οξύληκτα και σαρκώδη. Μοσχοβολούσαν τα άσπρα και κίτρινα άνθη του. Πήγαμε δυο φούχτες στον κυρ Μιχάλη. -«Κρίταμο» αναφώνησε. «Γίνεται νοστιμότατο τουρσί». (Συνεχίζεται)
