Η ιστορία με τα σταυρουδάκια και τις εικόνες της Παναγίας που φέρεται να πέταξε στα σκουπίδια η διευθύνουσα σύμβουλος του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ) αναπαρήχθη από πολλές ιστοσελίδες με πηχυαίους τίτλους στα τέλη του περασμένου καλοκαιριού.
Η Ελένη Γιαννακοπούλου καταγγέλθηκε από δύο υπαλλήλους του οργανισμού ότι πέταξε στα σκουπίδια μια εικόνα της Παναγίας και ότι προσπάθησε να αφαιρέσει από τον λαιμό της μιας τον σταυρό που φορούσε.
Μιλώντας τότε στο «Κουτί της Πανδώρας», η ίδια είχε κάνει λόγο για «πολύ επικίνδυνα σενάρια εις βάρος ενός δημόσιου οργανισμού», υποστηρίζοντας πως η υπάλληλος αντιδρά στη μεταφορά της σε άλλον όροφο, καθώς τη θεωρεί δυσμενή μετάθεση και εργασιακό υποβιβασμό.
«Δεν μπορώ να τη συνδέσω με κάποιο γεγονός την εικόνα. Το μόνο πραγματικό γεγονός είναι ότι έδωσα εντολή να αδειάσει το γραφείο της που είχε μεταφερθεί στο ισόγειο από τον Ιούλιο και κάποιοι συνάδελφοι ανέλαβαν να μαζέψουν τα πράγματά της. Στη θέση της έπρεπε να εγκατασταθεί βοηθητικό προσωπικό» είχε πει χαρακτηριστικά, σχολιάζοντας τις καταγγελίες ως «σκηνές που εκτυλίσσονται μόνο στο σινεμά».
Ωστόσο, χθες, η Εισαγγελία Πρωτοδικών άσκησε μια πρωτοφανή ποινική δίωξη εναντίον της για προσβολή θρησκεύματος και παραβίαση του αντιρατσιστικού νόμου.
Πρόκειται για μια καταχρηστική ενεργοποίηση του αντιρατσιστικού νόμου, το πνεύμα του οποίου δεν φαίνεται να συνάδει με την περίπτωση, καθώς κινείται γύρω από την προστασία ατόμων ή ομάδας ατόμων που κινδυνεύουν από διακρίσεις, μίσος ή βία βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών τους καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής τους, του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ή της αναπηρίας τους.
Είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς με ποιον τρόπο οι υπό διερεύνηση καταγγελίες δύο εργαζομένων, σε μία χώρα έντεκα εκατομμυρίων κατοίκων, όπου η επικρατούσα θρησκεία είναι ο ορθόδοξος χριστιανισμός, συνιστούν διάκριση βάσει θρησκεύματος και μάλιστα «θέτουν σε διακινδύνευση τη δημόσια τάξη ή ενέχουν απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων», όπως ρητά αναφέρεται στον αντιρατσιστικό νόμο.
Εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα θρησκευτικής διάκρισης, αλλά αποδυνάμωσης του αντιρατσιστικού νόμου μέσω τέτοιων διώξεων.
