Στην ιταλική πολιτική σκηνή είχαμε ουσιαστικά μια σχεδόν ολική ανατροπή: παρά την ηλικία του, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι γίνεται και πάλι απόλυτος πρωταγωνιστής, το Κίνημα Πέντε Αστέρων διατηρεί τη δύναμή του αλλά είναι προφανές ότι δεν θα μπορέσει να κυβερνήσει και ο Ματέο Ρέντσι χάνει συνεχώς έδαφος.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο επικεφαλής της ιταλικής Κεντροαριστεράς βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, παρά τη μεγάλη επικοινωνιακή του ικανότητα και το ότι δεν θα έπρεπε να έχει φθαρεί, αφού είναι μόλις σαράντα δύο ετών.
Τι συνέβη; Πώς μπόρεσε να χάσει τόσο γρήγορα τον αέρα και τα ποσοστά του νικητή; Στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές της Σικελίας οι Δημοκρατικοί δεν ξεπέρασαν το 18% των ψήφων ενώ σε πανιταλικό επίπεδο, σύμφωνα με τα γκάλοπ, βρίσκονται περίπου στο 26%.
Το μεγάλο πρόβλημα, όμως, είναι ότι βάσει του νέου εκλογικού νόμου για να μπορέσεις να κυβερνήσεις θα πρέπει να καταφέρεις να συμμαχήσεις με άλλες δυνάμεις και να προσεγγίσεις, ή και να ξεπεράσεις, το 40% των ψήφων.
Και ο Ματέο Ρέντσι δεν δείχνει να είναι σε θέση να πείσει κάποιους ισχυρούς συνοδοιπόρους. Εξέλιξη η οποία φυσικά δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία.
Κάν’το όπως ο… Μπλερ
Ο Ιταλός κεντροαριστερός πρώην πρωθυπουργός και πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας άλλαξε τη στρατηγική γραμμή των Δημοκρατικών και προτίμησε μια άκρως μετριοπαθή πολιτική, η οποία σε πολλούς θύμισε έντονα τον Τόνι Μπλερ. Μεγάλο μέρος της αριστερής πτέρυγας του κόμματος (με επικεφαλής τους Μάσιμο ντ’ Αλέμα και Πιερλουίτζι Μπερσάνι) προτίμησε να φύγει και να δημιουργήσει ένα νέο κίνημα, το «Αρθρο 1 – Προοδευτικοί και Δημοκράτες». Παράλληλα, άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, όπως η Sinistra Italiana (Ιταλική Αριστερά) του Νικόλα Φρατοϊάνι, έχουν σχεδόν διακόψει τις επαφές τους με το Δημοκρατικό Κόμμα.
Στο τοπίο αυτό προστίθεται και η αποχώρηση του προέδρου της ιταλικής Γερουσίας και πρώην δικαστικού Πιέτρο Γκράσο από τους Δημοκρατικούς. Ελαβε σαφείς αποστάσεις από τη σημερινή τους πορεία, φτάνοντας να δηλώσει ότι «το κόμμα αυτό πλέον έχει πάψει να υφίσταται».
Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, ο Γκράσο είναι πολύ πιθανό στις βουλευτικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης να ηγηθεί όλου του χώρου της λεγόμενης παραδοσιακής Αριστεράς.
Και χάρη στην προβεβλημένη του προσωπικότητα, θα μπορούσε να καταφέρει να συγκεντρώσει γύρω στο 10% των ψήφων. Αν αυτό συμβεί, οι Δημοκρατικοί μπορεί να κυμανθούν γύρω στο 20% των ψήφων, με μεγάλες απώλειες.
Παράλληλα, μια επιβεβλημένη διαπίστωση -βάσει των σημερινών δεδομένων- είναι ότι ακόμη και αν ο στόχος επιτευχθεί, υπάρχει ο ορατός κίνδυνος στον ιταλικό Βορρά (αλλά και σε περιοχές του Νότου) να υπερισχύσει η Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι, μαζί με τη Λέγκα και τα ακροδεξιά Αδέλφια της Ιταλίας.
Είναι σαφές, δε, ότι ο ισχυρότερος αντίπαλός τους στη φάση αυτή δεν είναι η Κεντροαριστερά, αλλά το Κίνημα Πέντε Αστέρων του Γκρίλο, το οποίο συνεχίζει να εκφράζει τους Ιταλούς εκείνους που αντιτίθενται στην οικονομική και μιντιακή αυτοκρατορία του Σίλβιο.
Το κόμμα του Ρέντσι κινδυνεύει να κάνει αισθητή την παρουσία του μόνο στις περιοχές της Ιταλίας (όπως της Φλωρεντίας και της Μπολόνια), όπου ήταν πανίσχυρο το πάλαι ποτέ PCI, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας.
Εκεί, δηλαδή, όπου ο κόσμος ψηφίζει βάσει συνήθειας, αγκιστρωμένος σε μια παράδοση που δεν λαμβάνει υπόψη τις όποιες αλλαγές και εξελίξεις.
Στην προσπάθειά του να βγει από τη γωνία, ο Ματέο προτείνει τώρα ως πρωθυπουργό της νέας κυβέρνησης τον σημερινό ένοικο του κυβερνητικού μεγάρου, τον Πάολο Τζεντιλόνι, δείχνοντας ότι είναι διατεθειμένος να κάνει ένα βήμα πίσω.
Θα είναι, όμως, αρκετό; Η κύρια διαπίστωση στη φάση αυτή είναι ότι έχασε τους περισσότερους αριστερούς ψηφοφόρους του και δεν κέρδισε τους δεξιούς, οι οποίοι επέστρεψαν στο κάστρο του Σίλβιο.
Είναι τα απρόβλεπτα της πολιτικής: ο Ρέντσι ήθελε «να στείλει για απόσυρση» τους παλιούς πολιτικούς και τώρα, μετά από τέσσερα χρόνια παραμονής στο προσκήνιο, κινδυνεύει να εξαφανιστεί.
