Το απόγευμα εκείνης της Τετάρτης ήταν ζεστό και υγρό, όπως τα περισσότερα του Σεπτεμβρίου, και η συνάντηση με τις φίλες μετά τη δουλειά έγινε ανάσα δροσιάς.
Δεν μέτραγαν πια τα χρόνια της φιλίας, ούτε αυτά που τις ένωναν. Πολλά ή λίγα, ήταν τόσο βαθιά, τόσο ουσιώδη. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η μία διάβαζε την άλλη με το βλέμμα, από μια χαρακτηριστική κίνηση του χεριού, από τον τρόπο που έπιανε τα μαλλιά που έπεφταν στα μάτια της, από την έκφραση του προσώπου όταν χανόταν στις σκέψεις της ακόμα και την ώρα που μετείχε στις κουβέντες.
Εφαγαν μαζί. Για να προλάβουν να πουν όσα δεν είχαν την ευκαιρία να πουν τον καιρό που δεν είχαν ιδωθεί. Δύο ή τρεις μήνες; Μεσολάβησαν διακοπές, δουλειές, προβλήματα. Και τι να πρωτοπείς από το τηλέφωνο; Πώς να περιγράψεις τη χαρά ή την ελπίδα για τη χαρά; Και όσο κι αν αναγνωρίζεις τη θλίψη ή έναν φόβο στην άλλη άκρη της γραμμής, πώς να προσφέρεις μια αγκαλιά. Δεν χωράει στο καλώδιο.
Ηπιαν και μια μπίρα, για να πάρει τη φλόγα από το καυτερό ασιάτικο φαγητό που τους άρεσε να μοιράζονται. Λύθηκαν περισσότερο οι γλώσσες, ξαναθυμήθηκαν τα πρώτα χρόνια της φιλίας, τη μέρα που γνωρίστηκαν σε ένα αμφιθέατρο με άλλους τριακόσιους τόσους φοιτητές. Ηταν δεν ήταν 18 χρονώ τότε.
Το λάθος βιβλίο που διάβασε η μία στο μάθημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η παρατήρηση ενός καθηγητή γιατί τις τσάκωσε να μιλάνε εν ώρα παράδοσης, οι σημειώσεις που άλλαζαν χέρια στις εξεταστικές, μια εκδρομή στις Κυκλάδες, όταν έπειτα από ένα ούτε καν μεθύσι έκλαιγαν κι οι τρεις μαζί, για άλλο λόγο η κάθε μία.
Θέλησαν να μεγαλώσουν τη βόλτα με έναν καφέ. Ετσι, για να φανεί ότι βρέθηκαν, ότι πρόλαβαν να πουν και κάτι παραπάνω.
Τρύπωσαν σε ένα μαγαζί, ενώ οι περισσότεροι θαμώνες διάλεγαν να κάτσουν έξω. Βρήκαν μια βολική γωνιά με ένα σιδερένιο τραπεζάκι και έναν αναπαυτικό καναπέ.
Παραγγελία: δύο διπλοί ελληνικοί καφέδες, μέτριοι, και ένα αρωματικό τσάι γιασεμί με πάγο. Ο τοίχος πλάι τους ήταν ένας παλιός σχολικός πίνακας. Είχε χαράγματα στην επιφάνεια και σημάδια από κιμωλία λευκή. Κάποιοι είχαν γράψει κάτι, όχι μία, πολλές φορές, και το είχαν σβήσει. Και έπειτα ήρθαν άλλοι, που κάτι έγραψαν και το μήνυμά τους σβήστηκε. Και η ιστορία επαναλήφθηκε, ποιος ξέρει πόσες φορές.
«Δεν βλέπω πουθενά κιμωλία» είπε η μία. Κοίταξαν όλες γύρω, κιμωλία δεν βρήκαν.
«Και τι να την κάνεις;» ρώτησε η άλλη.
«Τίποτα. Αλλά είδα πρόσφατα μια ταινία, που η ιστορία της εκτυλίσσεται γύρω από τα μηνύματα που γράφονται σε έναν μαυροπίνακα», είπε.
Κουβέντα στην κουβέντα, γουλιά στη γουλιά, ήρθε η ώρα για να φύγουν. Λίγο πριν σηκωθούν βρήκαν ένα μεταλλικό κουβαδάκι σε ένα ράφι πίσω τους. Τόση ώρα την αναζητούσαν, και εκεί ήταν η κιμωλία, εκεί και το σφουγγάρι για να καθαρίσεις τον πίνακα. Πώς δεν τα είδαν;
Κοιτάχτηκαν. Ηθελαν να γράψουν κάτι, έτσι εις ανάμνησιν της ημέρας.
Τους στίχους ενός τραγουδιού έγραψε η μία, λόγια που έκρυβαν μια ευχή. «Είχα ξεχάσει πώς είναι να γράφεις με κιμωλία», είπε παραδίδοντας τη λευκή κιμωλία στην επόμενη.
Εκείνη έγραψε το όνομα ενός ηθοποιού -αν ήταν ακόμη στην εφηβεία αυτό θα είχε κάνει. Η τρίτη έγραψε μια ημερομηνία, έκανε και μια ζωγραφιά. Καλύφθηκε η επιφάνεια με καλλιγραφικά γράμματα.
Μετά έφυγαν. Χωρίστηκαν με την υπόσχεση, τώρα που θα έρθει το φθινόπωρο να προσπαθήσουν να συναντιούνται πιο συχνά.
Εκείνη που έγραψε τους στίχους του τραγουδιού, δυο μέρες μετά, πέρασε ξανά από τον δρόμο του καφέ. Ενιωσε την παρόρμηση να πάει να δει αν τα εφήμερα γραπτά τους είχαν αντέξει έστω δύο 24ωρα. Δεν το έκανε.
Αλλωστε, σκέφτηκε μετά, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από λευκά σημάδια στον μαυροπίνακα.
