Ο επαρχιωτισμός και ο συναφής μικρομεγαλισμός συγκαταλέγονται στις παιδικές ασθένειες του ελληνικού Τύπου, που, παρά ταύτα, επικροτεί με ανεπίτρεπτη άγνοια κινδύνου την κίνηση κατά των εμβολιασμών. Με εξόφθαλμο μιμητισμό αγιοποίησε ακρίτως την Εμιλιάνα Μορένο –σπανιόλικης επινόησης διεθνές φιλολογικό ψευδώνυμο της Σόνιας– μόνο και μόνο επειδή απέκτησε φήμη στην αλλοδαπή. Από το βάθρο στο οποίο βρέθηκε απροσδόκητα το Σονάκι δοκίμασε να διακεντήσει με δεινά πλήγματα το κατεστημένο, παραβλέποντας τα δολώματα και τα δόκανα που ενσπείρει στον δρόμο, ιδίως όσων το αμφισβητούν.
Μετ’ ου πολύ αυτοπαγιδεύτηκε άδοξα στα δίκτυα της ηρωίνης, όπως τα πιο ανήσυχα και ιδιόρρυθμα πνεύματα της γενιάς της. Το επόμενο πόνημά της εγκωμιάστηκε με διθυράμβους στην Εσπερία ως αριστουργηματικό. Το ευρύ εγχώριο ακροατήριο, εν τούτοις, τελούν εν πλήρει συγχύσει από την ηχώ στίχων τα νοήματα των οποίων αδυνατούσε να συλλάβει, έσπευσε να τη θεωρήσει εκκεντρική, ρόλο που η ίδια, υπό τη διαρκή επήρεια της παραμύθας, ενστερνίστηκε ασμένως. Λυτοί και δεμένοι πέσαμε πάνω της να τη συνεφέρουμε. Αδικος κόπος. Η πολυετής συγγραφική σιγή διεκόπη το 1992, οπότε δημοσίευσε το απότοκο της ακατάσχετης μαστούρας, παραληρητικό κύκνειο άσμα της, που έγινε δεκτό με ανάμεικτα συναισθήματα εντός και εκτός των τειχών.
Στις έντεκα Φεβρουαρίου 1993 εγκατέλειψε τα εγκόσμια, στα τριάντα δύο της χρόνια, από υπερβολική δόση. Ο πρόωρος χαμός της εξελήφθη ως αυτοχειριασμός από αναγνώστες και κριτικούς. Το χώμα που τη σκεπάζει στο νεκροταφείο της Αναστάσεως στη Δραπετσώνα, όπου διέμενε το στερνό διάστημα, αποδείχτηκε εξαιρετικά γόνιμο για τον μύθο της, που εξαπλώνεται με καταβολάδες σ’ ολόκληρη την υφήλιο. Το καντήλι που αχνοτρέμει στο χωρίς σταυρό μνήμα στρέφει εσαεί αναμμένους τους προβολείς στο μικρής έκτασης, αλλά μακράς πνοής, έργο της που φωτίζεται από δεκάδες πανεπιστημιακές διατριβές, προερχόμενες, κυρίως, από τις χώρες της Ιβηρικής.
Οι δικοί μας καθηγητάδες αδρανούν, αρκούμενοι σε διαγώνιες ματιές στις μεταφράσεις, οι οποίες κατά κανόνα υπογράφονται από τον κοσμήτορα των Ελληνικών Χουάν Γκαρθία και λοιπά πατρογονικά. Τα ποιήματά της εξακολουθούν να οιστρηλατούν τους εξεγερμένους όπου Γης. Δεν κατόρθωσα να δώσω το «παρών» στη διημερίδα του Βαλπαραΐσο. Η «Φωνή των Συνεταιριστών», πάντως, την τίμησε με πρωτοσέλιδο χτύπημα και κεντρικό σαλόνι, βασισμένα σε υλικό που προμήθευσε πρόθυμα η Λίζα.
«Ηταν καταπληκτικά» μου ’γραφε. «Οι Χιλιάνοι, που συνεπαίρνονται πάντα με την ποίηση, λογαριάζουν τη Σόνια σχεδόν παιδί τους. Θυγατέρα του Πάμπλο Νερούδα και εγγονή της Γκαμπριέλα Μιστράλ· κάπως έτσι». Με συγκινούσε ο θρίαμβος της φιλενάδας μου, έστω και νεκρής, κόλλησα, ωστόσο, στο υστερόγραφο: «Εχασες που δεν ήρθες, αλλά δεν πειράζει. Την άλλη εβδομάδα πετάω για Λονδίνο. Θα κατσικωθώ κάνα εξάμηνο, κατά τα φαινόμενα, να διευθετήσω χρονίζουσες εκκρεμότητες. Μειώνω την απόσταση που μας χωρίζει μπας και σμίξουμε επιτέλους ρε μπαγάσα». (Συνεχίζεται)
