Μία διαδρομή ολέθρου, που εκτάθηκε σε περίπου 20 ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, εν ώρα αιχμής, στο νότιο Μανχάταν.
Ενα νοικιασμένο φορτηγάκι, που μετατράπηκε σε φονικό όπλο στα χέρια ενός 29χρονου Ουζμπέκου μετανάστη, κατόχου πράσινης κάρτας από το 2010 μέσω λοταρίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ριζοσπαστικοποιημένου ισλαμιστή επί αμερικανικού εδάφους.
Οκτώ νεκροί -εκ των οποίων πέντε Αργεντίνοι φίλοι, που βρίσκονταν στο σημείο της επίθεσης γιορτάζοντας την 30ή επέτειο από την αποφοίτησή τους- και 15 τραυματίες με σοβαρά τραύματα στο κεφάλι, στον αυχένα και στην πλάτη, έως ακρωτηριασμούς…
Η χθεσινή επίθεση κοντά στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου -εκεί όπου μέχρι το 2001 έστεκαν οι Δίδυμοι Πύργοι- ήταν η φονικότερη στη Νέα Υόρκη έπειτα από εκείνη της 11ης Σεπτεμβρίου και η πρώτη επί προεδρικής θητείας Τραμπ.
Προκάλεσε λουτρό αίματος, πανικό, ερωτήματα για τα κενά ασφαλείας κι ένα νέο τρομολαγνικό, όσο και ξενοφοβικό παραλήρημα του Αμερικανού προέδρου Τραμπ.
«Αλλη μια επίθεση από έναν άρρωστο και διαταραγμένο άνθρωπο. ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΗΠΑ… δεν πρέπει να επιτρέψουμε στο “I.Κ.” να επιστρέψει στη χώρα μας, αφού το νικήσαμε στη Μέση Ανατολή κι αλλού. Αρκετά!», έγραψε στο twitter.
Λίγο αργότερα, μιλώντας στο υπουργικό συμβούλιο, ανακοίνωσε πως ξεκινά «τη διαδικασία τερματισμού του προγράμματος χορήγησης πράσινων καρτών μέσω λοταρίας».
Παράλληλα, είπε, εξετάζει το ενδεχόμενο ο δράστης να μεταφερθεί στη φυλακή του Γκουαντάναμο (που υποτίθεται ότι θα έκλεινε επί προεδρίας Ομπάμα).
Προς ώρας, ο 29χρονος -που ταυτοποιήθηκε ως ο Σαϊφούλο Σαΐποφ, οδηγός το τελευταίο εξάμηνο στην Uber- ανακρίνεται νοσηλευόμενος στο Μανχάταν, σε κρίσιμη αλλά σταθερή κατάσταση, με τραύμα από σφαίρα στην κοιλιακή χώρα που δέχτηκε από αστυνομικούς, αφότου είχε σκορπίσει τον θάνατο στο νότιο Μανχάταν.
Με ένα λευκό ημιφορτηγό, που είχε νοικιάσει μόλις μία ώρα νωρίτερα στο Νιου Τζέρσεϊ -όπου κατοικούσε με τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά-, εμβόλισε την Τρίτη πλήθος αμέριμνων ανθρώπων σε ποδηλατόδρομο στην τουριστική συνοικία Τριμπέκα, σε μικρή απόσταση από το δημαρχείο της Νέας Υόρκης.
Διένυσε πάνω από 1 χιλιόμετρο με το όχημα, παρασύροντας πεζούς και ποδηλάτες, προτού συγκρουστεί με ένα σχολικό λεωφορείο, τραυματίζοντας δύο παιδιά και δύο ενηλίκους.
Ουρλιάζοντας «Ο Αλλάχ είναι μεγάλος», βγήκε στη συνέχεια από το όχημα, κραδαίνοντας δύο -ψεύτικα όπως αποδείχτηκε αργότερα- όπλα (ένα αεροβόλο και ένα όπλο του paint-ball), προτού πυροβοληθεί και συλληφθεί από τους αστυνομικούς.
Στο εσωτερικό του οχήματος βρέθηκαν πολλά μαχαίρια και ένα χειρόγραφο σημείωμα στα αραβικά, που ανέφερε: «Το “Ι.Κ” θα αντέξει για πάντα». «Δείχνει να ακολουθεί τις οδηγίες που διέδωσε το “Ι.Κ.” στο περιοδικό Rumiyah, στο τεύχος Νοεμβρίου, καλώντας τους υποστηρικτές του να εξαπολύσουν επιθέσεις με φορτηγά, αφήνοντας πίσω τους σημείωμα που θα δηλώνουν πίστη στην οργάνωση», γράφουν οι New York Times.
Η τζιχαντιστική πρακτική
«Παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η επίθεση ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου», διαβεβαίωσε ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Αντριου Κουόμο, χαρακτηρίζοντας τον 29χρονο «το πρότυπο του μοναχικού λύκου».
«Αυτή είναι η μετεξέλιξη της τζιχαντιστικής τακτικής, σωστά;», έθεσε το ρητορικό ερώτημα ο Κουόμο. «Δεν είναι πλέον γεωγραφικά απομονωμένη. Το διαδίκτυο της έχει δώσει ένα παγκόσμιο πεδίο εκπαίδευσης, με έναν πολύ απλό τρόπο: νοικιάστε φορτηγό, προκαλέστε χάος».
Οι προηγούμενες, αντίστοιχες επιθέσεις στη Νίκαια, στο Βερολίνο, στο Λονδίνο και στη Βαρκελώνη το καταδεικνύουν.
Στην περίπτωση του Μανχάταν, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι Αρχές τονίζουν ότι ο δράστης δεν ήταν στα ραντάρ τους (στο ιστορικό του είναι καταγεγραμμένες μόνο κλήσεις της Τροχαίας).
Τώρα ωστόσο διαπιστώνουν ότι οργάνωνε τη φονική επίθεση εδώ και εβδομάδες κι ότι είχε επαφές με έναν άλλο ομοεθνή του, που κατοικεί στις ΗΠΑ και βρίσκεται στο μικροσκόπιο του FBI, ως ύποπτος για τρομοκρατία.
Το κτήνος μέσα του
«Προκύπτει επίσης ότι ορισμένοι απ’ όσους ήταν κοντά στον δράστη φοβούνταν εδώ και χρόνια ότι κατευθυνόταν στο μονοπάτι του εξτρεμισμού», γράφουν οι NYT, παραθέτοντας ενδιαφέρουσες μαρτυρίες.
Οπως του Μιρακμάτ Μαμίνοφ, οδηγού φορτηγού και ακτιβιστή στο Στόου του Οχάιο, όπου ζει μεγάλη κοινότητα Ουζμπέκων και ο 29χρονος Σαϊφούλο εγκαταστάθηκε το 2010, με το που πήρε την άδεια παραμονής.
Στην αρχή, λέει ο Μαμίνοφ, δεν υπήρχε κάτι αξιοπερίεργο πάνω του. Τις Παρασκευές πήγαινε αργά στο τοπικό τζαμί για προσευχή και διάβαζε το Κοράνι.
Μέσα σε τρία χρόνια, όμως, άρχισε να αλλάζει. Εγινε επιθετικός, έβριζε. Ηταν «σαν να μεγάλωνε μέσα του ένα κτήνος».
Με τη μετακόμισή του στη Φλόριντα, το 2015, ριζοσπαστικοποιήθηκε κι άλλο. «Του έλεγα: Διάβασε περισσότερα βιβλία, μάθε πρώτα τη θρησκεία σου», εξιστορεί ανωνύμως στους NYT ένας ιεροκήρυκας στο τζαμί της Τάμπα, όπου ο 29χρονος συνήθιζε να πηγαίνει.
«Ηθελε να δείχνει ότι τηρεί τις παραδόσεις του Ισλάμ, π.χ. αφήνοντας μακρύ μούσι -παρατηρεί- αλλά έχανε την ουσία…».
Τον περασμένο Μάρτιο, ο Σαΐποφ μετακόμισε οικογενειακώς στο Νιου Τζέρσεϊ. Γείτονές του εκεί έδειχναν να πέφτουν από τα σύννεφα από τις εξελίξεις.
Η σύζυγός του αρνείται ότι γνώριζε το παραμικρό και συνεργάζεται με τις Αρχές. Οι γονείς και η αδελφή του ανακρίνονται στο Ουζμπεκιστάν, όπου κατοικούν. Πίσω στο Μανχάταν, σε μια επίφαση κανονικότητας, οι Αρχές επέτρεψαν να γίνει η μεγάλη παρέλαση του Χάλοουιν στο Γουέστ Βίλατζ, υπό πολύ αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Το ίδιο θα συμβεί και με τον μαραθώνιο της Κυριακής, που κάθε χρόνο προσελκύει δεκάδες χιλιάδες τουρίστες και δρομείς.
«Ξέρουμε από τον Σεπτέμβριο του 2001 ότι είμαστε στόχος, αλλά θα συνεχίσουμε τη ζωή μας και δεν θα επιτρέψουμε στην τρομοκρατία να νικήσει», διακήρυξε ο Κουόμο.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εν τω μεταξύ, δημιουργήθηκε νέο τρεντ στο hashtag «#NYCstrong», ελληνιστί «#ΝΥδυνατή».
