Δεν είναι η πρώτη φορά που η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος εγείρει υψηλής έντασης πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Η επένδυση του Ελληνικού και η μανιχαϊστική προσέγγιση του δίπολου «επενδυτική ανάπτυξη και προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος» υποδαυλίζει τα εγχώρια πάθη, ενώ τροφοδοτεί αφορισμούς ανοίκειους στον δημόσιο διάλογο.
Δεν είναι, επίσης, η πρώτη φορά που ιδεολογικοποιείται αποπροσανατολιστικά ένα ζήτημα νομιμότητας και διοικητικής ορθοπραξίας. Με άλλα λόγια: η χώρα διαθέτει μακρά και ενδιαφέρουσα παράδοση συμβιωτικής λειτουργίας σύγχρονων δομών με τα ιστορικά μνημεία του απώτερου και απώτατου παρελθόντος.
Το άρθρο 24 του Συντάγματος και ο νόμος 3028/2002 περί προστασίας του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς αντιστοίχως πιστώνονται ιστορικά τη διαμόρφωση ενός ισορροπημένου πλαισίου αειφορικής και λελογισμένης ανάπτυξης. Η νομολογία, επίσης, του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επιτύχει αξιοσημείωτες συναινέσεις μεταξύ της προστασίας των μνημείων και του υπερεπείγοντος αναπτυξιακού αιτήματος των σύγχρονων καιρών.
Η συνταγματική προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί δικαιοκρατική κατάκτηση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η προστασία, αυτή που στο Σύνταγμα ορίζεται ως «υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός», λειτουργεί ως μείζων εγγύηση κάθε φορά που τίθεται ζήτημα στάθμισης∙ γεγονός που ενισχύει το αίσθημα της ασφάλειας δικαίου.
Στο ειδικότερο τώρα ζήτημα του έργου «Ανάπτυξη του μητροπολιτικού πόλου Ελληνικού – Αγίου Κοσμά», η αλληλουχία των επιμέρους διοικητικών σταδίων για την υλοποίηση του επενδυτικού εγχειρήματος είναι απολύτως σαφής.
Εφόσον για την επίμαχη περιοχή υπάρχει τεκμηριωμένη αρχαιολογική έρευνα πεδίου, η κήρυξη του χώρου ως αρχαιολογικού επιβάλλεται από τον νόμο και προτάσσεται της έγκρισης κάθε μελέτης για την αξιοποίηση της έκτασης. Η κήρυξη γίνεται με απόφαση του υπουργού Πολιτισμού, αφού έχει προηγηθεί απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) ως κατά νόμο αρμόδιου γνωμοδοτικού οργάνου. Το ίδιο γνωμοδοτικό όργανο καλείται σε επόμενο όμως χρόνο να εγκρίνει τις τεχνικές μελέτες αξιοποίησης της επένδυσης.
Στην τρέχουσα συζήτηση, το εριζόμενο σημείο είναι κυρίως η πρωθύστερη εισαγωγή στο ΚΑΣ του αιτήματος για έγκριση των τεχνικών μελετών, χωρίς να έχει προηγηθεί η κήρυξη της έκτασης ως αρχαιολογικού χώρου. Αντί κήρυξης, βεβαιώνουν οι έχοντες την πολιτική ευθύνη, προκρίθηκε η σύναψη «Μνημονίου συναντίληψης και συνεργασίας μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και της εταιρείας Ελληνικό Α.Ε.».
Η εξήγηση που φέρεται να δόθηκε από τα πλέον επίσημα χείλη της αρμόδιας υπουργού για τη σύναψη του Μνημονίου είναι η αποτροπή της κήρυξης προκειμένου να προστατευθεί η επένδυση! Η συγκεκριμένη επιλογή ωστόσο, εγείρει ζητήματα νομιμότητας δεδομένου ότι επάγεται την παράκαμψη ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Επιπλέον, το Μνημόνιο εξαντλείται στην καταγραφή προθέσεων, χαλαρής έως μηδενικής δεσμευτικότητας∙ γεγονός που αποδυναμώνει τον εγγυητικό του ρόλο ως προς το δημόσιο συμφέρον.
Ο κρίσιμος αντίλογος ως προς την τηρητέα διαδικασία συνοψίζεται στη διοικητική παρέλκυση των υπηρεσιακών ενεργειών επί σειρά ετών. Η πρώτη απόπειρα για εκκίνηση της επίμαχης διαδικασίας περί κήρυξης χρονολογείται ήδη από το 2014. Οι λόγοι που μέχρι σήμερα αυτό δεν είχε καταστεί δυνατό ανάγονται πρωτίστως στην πολιτική συγκυρία, ενώ για τις καθυστερήσεις εξυφαίνονται σενάρια περί ανομολόγητων ή εικαζόμενων συσχετισμών συμφερόντων.
Το ΚΑΣ συνιστά γνωμοδοτικό όργανο συγκροτούμενο από επιστήμονες εγνωσμένου κύρους. Η κρίση του δεν δεσμεύει την τελική απόφαση του υπουργού, ο οποίος μπορεί παραθέτοντας εμπεριστατωμένη αιτιολογία να διαφοροποιηθεί από αυτή.
Στην πράξη, πάντως, η υψηλή επιστημονική αξιοπιστία των γνωμοδοτικών κρίσεων του οργάνου καθιστά αρκετά επισφαλείς τις υπουργικές αποφάσεις που το παρακάμπτουν. Πέρα από το έλλειμμα ηθικής ή επιστημονικής νομιμοποίησης, τέτοιες αποφάσεις είναι εκτεθειμένες σε υψηλό βαθμό νομικής επικινδυνότητας.
Στο σημείο αυτό ακριβώς έγκειται η βασική αδυναμία της διαφαινόμενης κυβερνητικής επιλογής: η έκδοση μιας υπουργικής απόφασης που θα παρακάμψει την κήρυξη του χώρου ως αρχαιολογικού ενδιαφέροντος εκθέτει την απόφαση σε πιθανή δικαστική ακύρωση.
Με δεδομένη την εγγενή βραδύτητα των ρυθμών απονομής της ελληνικής δικαιοσύνης, οι καθυστερήσεις ως προς την πρόοδο του επενδυτικού εγχειρήματος είναι βέβαιες, ενώ οι συνέπειές τους όχι ευχερώς σταθμίσιμες. Συνεπώς, η κοντόφθαλμη λογική μιας απόφασης χωρίς κήρυξη κάθε άλλο παρά θα λειτουργήσει ως επιταχυντής των εξελίξεων.
Η θεώρηση του ΚΑΣ ως ενός ακόμη «θεσμικού εμποδίου» είναι παραπειστική και ανακριβής. Η επιστημονική ταυτότητα του οργάνου εγγυάται τη λειτουργία του ως φίλτρου έγκυρης και έγκαιρης διοικητικής κρίσης που θωρακίζει την επένδυση από προβλέψιμες δικαστικές καθυστερήσεις, ενώ παράλληλα διασφαλίζει την αειφορία του πολιτιστικού αποθέματος.
Η ιστορία του εξυγιαντικού εγχειρήματος στο πεδίο των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων και η τραυματική της κατάληξη είναι ακόμη πολύ πρόσφατη στα καθ’ ημάς. Τα εξαιρετικά επίκαιρα διδάγματα του παθήματος δε τεκμαίρεται ότι μας έχουν καταστήσει σοφότερους. Συνεπώς, στον σχεδιασμό της πολύτιμης επένδυσης στο Ελληνικό δεν επιτρέπεται να προσέλθουμε ως Επιμηθείς. Και τούτο γιατί στη δημοκρατία δεν νοείται σκοπός που αγιάζει τα μέσα.
Η σχολαστική τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας είναι η μόνη εγγύηση για την ευδόκιμη υλοποίηση κάθε αναπτυξιακού οράματος που στοχεύει στο ευ ζην του παρόντος, χωρίς να αφανίζει το παρελθόν και να υποθηκεύει το μέλλον…
* δρ δικηγόρος, μέλος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών, νομική συμβούλος στο υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού (2015-2016)
