Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τώρα δεν έκλεινα μάτι εγώ. Με ξεμυάλιζε η πελαγίσια μοσχοβολιά της Λίζας σε συνδυασμό με το άθροο ροδόσταμο του βυθού, που ’φερνε στο δέντρο το απαλό μαϊστράλι. Μυριάδες εικόνες πλημμύριζαν το υποβολείο της φαντασίας μου, οράματα παρόμοια με του οπίου με εξέτρεπαν σε βακχική διέγερση. Σπρωγμένος, θαρρείς, από υπερφυσικά δαιμόνια φουντάρισα στη νωπή αγκαλιά της υδάτινης γόησσας. Διαμαντένια βρύα έλαμπαν στα κράσπεδα των υφάλων, σχηματίζοντας κατάφωτες ατραπούς. Πλέοντας επί απροσδιόριστο διάστημα κοντοζύγωσα σε σελασφόρο, απατηλό παλάτι.

Πελώριοι ιππόκαμποι φύλαγαν ακοίμητοι σκοπιά στους σμιλεμένους με φίλντισι οδόβαινου κίονες των προπυλαίων. Λες και με περίμεναν, μου ’γνεψαν να εισέλθω με ρεβεράντζες προσήκουσες σε υψηλό προσκεκλημένο. Εκθαμβος παρατηρούσα μπαίνοντας τα απειράριθμα χρυσόψαρα από ακέριο μάλαμα που οριοθετούσαν με την αέναη ροή τους τα τοιχία στίλβοντος ξιφοειδούς διαδρόμου, ο οποίος κατέληγε σε κυκλώπεια αίθουσα κεκοσμημένη με εκτυφλωτικά σεντέφια, μερτζάνια και μαργαριτάρια. Λάγνες Νηρηίδες, Γοργόνες, Νύμφες και Μαινάδες πάνω σε ανάκλιντρα από κεχριμπάρια κι έβενους δονούνταν σε εκμαυλιστικά συμπλέγματα με βοστρυχοπώγωνες Τρίτωνες και Ιχθυοκένταυρους, συνεπικουρούμενους από έκφυλους υποβρύχιους Σατύρους και Σειληνούς.

Σεληνιασμένος παρακολουθούσα τις οργιαστικές εξάρσεις των απόκοσμων συμποσιαστών. Τσιμπιόμουν να διαπιστώσω αν παρέμενα ξυπνητός κι ο διαπεραστικός πόνος αποσαφήνιζε ότι τελούσα εν πλήρη εγρηγόρσει. Ξάφνου η Θελξίπεια, αρχόντισσα του υγρού στοιχείου, γλίστρησε απ’ τον οστρακοποίκιλτο θρόνο της, φτερουγίζοντας προς το μέρος μου. Την ακολουθούσε κατά πόδας ιπτάμενο δελφίνι και εξημερωμένη σμέρνα κουλουριαζόταν στον κόρφο της. Μακρύς χιτώνας από θυσάνους ριγμένος στους ώμους της αναδείκνυε μάλλον, παρά απέκρυπτε, τη φωταυγή γύμνια της. Ψηλά στο μέτωπο φορούσε απαστράπτον διάδημα από γιορντάνια, ενώ στον λαιμό της κρεμόταν εφάμιλλο περιδέραιο από γιούσουρι.

Κρατώντας αχνά το χέρι μου, με συνόδευσε στο κέντρο της αφροδισιακής ακολασίας, στην οποία συμμετείχε και η ίδια με εμπύρετο οίστρο. Η πεπειραμένη διακορεύτρια με κατέστησε τοιουτοτρόπως συνεργό και μύστη στις ηδονολατρικές περιπτύξεις των έκδοτων διονυσιαστών. Καταπονημένοι έπειτα από πολύωρη δράση, αναπαυτήκαμε στα μελάγχρωμα σπήλαια που χάνονται στα αβυθομέτρητα βάθη, στο βουβό μέλαθρο των άμορφων και άχρονων αιώνιων νερών· στο άηχο ανάκτορο της απόλυτης ελευθερίας.

Παραξενεύτηκα με τις αλλόκοτες οπτασίες που εκτυλίσσονταν στην κατασκότεινη αυλαία της νύχτας μπροστά στα ορθάνοιχτα μάτια μου. Αναλογίστηκα ότι ο κόσμος θα ήταν εντελώς ανυπόφορος εάν κάποιοι πιονέροι δεν είχαν τη λόξα να ονειρεύονται ξάγρυπνοι. Η σκέψη μού ’πεσε βαριά. Επικάθισε παρευθύς στα τσίνορά μου κι αποκοιμήθηκα ξερός την ώρα που ξημέρωνε πια. Σχεδόν μεσουρανούσε ο ήλιος, όταν κατόρθωσα να εγερθώ. Τα κορίτσια μού ετοίμασαν φραπεδιά και ξεκρέμασαν απ’ το φανάρι τις φρυγανιές, τη μαρμελάδα και τα καλοκαιρινά αχλάδια που προμηθεύτηκαν στο λιμάνι. Είκοσι μέτρα πιο κάτω γυάλιζε ο γιαλός. Εβγαινα απ’ το ’να όνειρο κι έμπαινα σ’ άλλο. (Συνεχίζεται)