«Εμείς στη Λατινική Αμερική αντιμετωπίζουμε τους συγγραφείς ως διανοούμενους. Θεωρούμε πως πρέπει να εμπλέκονται στην πολιτική αντιπαράθεση με τις απόψεις τους και συχνά με το έργο τους.
»Είναι μια παράδοση που έχει επηρεαστεί από τη γαλλική κουλτούρα. Στις ΗΠΑ και στη Μεγάλη Βρετανία η στράτευση των συγγραφέων είναι κάτι σπάνιο. Η μεγάλη πλειονότητα των συγγραφέων θεωρεί πως η πολιτική ακολουθεί τους δρόμους της πολύ πέρα από τη λογοτεχνία.
»Στα δικά μας μέρη, ακόμη και οι συγγραφείς της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, όπως ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, θεωρούν πως πρέπει να συνδέονται με την πολιτική. Στη σημερινή συγκυρία, η πλειονότητα των Κολομβιανών συγγραφέων υποστήριξε δημόσια την ειρήνευση μεταξύ της κυβέρνησης και του ένοπλου αντάρτικου των FARC και ήταν λίγοι εκείνοι που αντιτάχθηκαν».
Η σκοτεινή εικοσαετία που έκλεισε μ’ αυτήν την ιστορική συμφωνία βρίσκεται στο κέντρο του μυθιστορήματος «Νυχτερινές ικεσίες» του Σαντιάγο Γκαμπόα (εκδ. Πόλις, μτφρ. Βασιλική Κνήτου).
«Οι κοινωνίες κρίνονται από την ποιότητα της ειρήνης που καλλιεργούν», σχολιάζει ο 52χρονος σήμερα συγγραφέας, φιλόλογος και δημοσιογράφος, που είχε παρουσιάσει το βιβλίο του στην Αθήνα τον Ιούνιο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Λατινοαμερικανικής Λογοτεχνίας (LEA). Είναι ένα μυθιστόρημα που μπορεί να διαβαστεί σαν ιστορία αγάπης, σαν αλληγορία για τη μεσαία τάξη της Κολομβίας που καλείται να αγκαλιάσει τους «γκεριγέρος», σαν πολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα για τη «χαμένη γενιά» της λατινοαμερικανικής νεολαίας, αλλά και σαν αναφορά στη μοίρα των μεταναστών όπου γης. Στο πλούσιο έργο του, η Ιστορία της χώρας του παίζει θεμελιώδη ρόλο.
«Θέλω να μεταδώσω στους αναγνώστες την αναγκαιότητα του αναστοχασμού και της επαναπροσέγγισης του κόσμου», δηλώνει με γραπτή συνέντευξή του στην «Εφ.Συν».
• Το τέλος του εμφυλίου πολέμου, που κρατά 52 χρόνια στην Κολομβία, και η συμφωνία ειρήνης ανάμεσα στην κυβέρνηση Σάντος και τους αντάρτες των Ενοπλων Επαναστατικών Δυνάμεων (FARC), με επικεφαλής επταμελούς γραμματείας τον Ροδρίγο Λοντόνιο, γνωστό ως «Τιμοσένκο», είναι ένα μεγάλο στοίχημα για τη Λατινική Αμερική αλλά και για τη διεθνή πολιτική σκακιέρα, ιδίως σήμερα που ο αντικομμουνισμός και η ακροδεξιά έχουν επιστρέψει στο προσκήνιο. Οι παλαιότερες απόπειρες για κατάπαυση του πυρός είχαν όμως αποτύχει. Θα αντέξει άραγε αυτή η ειρήνη;
«Ετούτη εδώ η προσπάθεια, θα πετύχει. Η κυβέρνηση του προέδρου Χουάν Μανουέλ Σάντος και οι FARC κατάφεραν να χτίσουν μια αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ τους, που παραδόξως θεωρείται προκλητική από όλους τους εχθρούς της ειρήνης στην Κολομβία (την άκρα Δεξιά του πρώην προέδρου Αλβαρο Ουρίμπε Βέλες και τις Ευαγγελικές εκκλησίες). Παρ’ όλα αυτά η τελική συμφωνία (24/11/2016) εγκρίθηκε από το Κογκρέσο και η υλοποίησή της προχωρά με γοργούς ρυθμούς.
Ο πρόεδρος Σάντος δήλωσε δημόσια πως για εκείνον η ειρήνη ξεκίνησε την ημέρα που κατάλαβε ότι οι FARC “δεν είναι εχθροί αλλά αντίπαλοι”, επομένως έπρεπε να συνομιλήσει μαζί τους και να τους ακούσει. Η ειρήνη σημαίνει για την Κολομβία τη γνωριμία με ένα κομμάτι της κοινωνίας που έμενε κρυμμένο στη ζούγκλα και στα βουνά για περισσότερο από μισόν αιώνα.
Στη διάρκεια εκείνων των χρόνων ο μοναδικός διάλογος γινόταν με όπλα, επιθέσεις, απαγωγές. Σήμερα οι FARC έχουν πεισθεί να ανταλλάξουν τη γλώσσα των όπλων με τη γλώσσα της πολιτικής, επειδή κατάλαβαν επιπλέον πως μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της Κολομβίας είναι έτοιμη να τις ακούσει.
Παρέδωσαν τον οπλισμό τους στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, συγκάλεσαν συνέδριο που μόλις ολοκληρώθηκε, και έχουν ήδη ξεκινήσει να δραστηριοποιούνται ως πολιτική δύναμη.
»Για πρώτη φορά η χώρα έχει αληθινά αλλάξει, πράγμα που για κάποιον σαν εμένα, στην ηλικία μου, είναι συγκινητικό. Αυτή η ειρήνη σημαίνει για την Κολομβία μια δεύτερη Ανεξαρτησία».
• Η κοινή γνώμη της Κολομβίας είναι άραγε έτοιμη να αποδεχτεί πως οι παλιοί μαχητές των FARC θα μπορούν να εκλέγονται σε θεσμικές θέσεις όπως έγινε στη Β. Ιρλανδία με τον IRA; Πώς θα μεταστραφεί η, ισχνή έστω, πλειοψηφία η οποία στο δημοψήφισμα στις 2/10/2016 είχε πει «όχι» στην ουσιαστική αμνήστευσή τους; Από ποιους κινδυνεύει περισσότερο η συμφωνία;
«Υπάρχει μια ισχυρή μερίδα της κοινωνίας, κατά τη γνώμη μου η πλειονότητα, που είναι έτοιμη να δει τις FARC στο Κογκρέσο. Παραδόξως, το “όχι” στο δημοψήφισμα μετατράπηκε με τον καιρό σε παράγοντα θετικό. Διότι αμέσως μετά το “όχι”, οι FARC συνέχισαν να εργάζονται για την ειρήνευση προκειμένου να διασώσουν τη συμφωνία.
Αυτή η στάση τους ερμηνεύτηκε θετικά από πολλούς σκεπτικιστές. Λειτούργησε ως απόδειξη για την ειλικρινή επιθυμία τους να ενταχθούν στην πολιτική ζωή και να εγκαταλείψουν τον ένοπλο αγώνα.
»Από την άλλη, πρέπει να γίνει σαφές ότι η νίκη του “όχι” οφείλεται στην επιτυχία ενός γιγάντιου ψέματος.
Η πολιτική καμπάνια του “όχι” έπαιξε με τον παράγοντα της “μετα-αλήθειας” με τρόπο σχεδόν κωμικό. Οικοδόμησαν τον φόβο και το μίσος στο εκλογικό σώμα, επιστρατεύοντας “δηλώσεις” που δεν υπήρχαν πουθενά στα κείμενα των συμφωνιών.
Είπαν, για παράδειγμα, πως θα μειωθούν κατά 40% οι συντάξεις προκειμένου τα χρήματα αυτά να δοθούν στον κόσμο των FARC. Ψευδές! Και καθώς οι συμφωνίες προέβλεπαν πως θα αποδοθεί το ειδικό καθεστώς του θύματος στα μέλη της κοινότητας των LGBTQI, είπαν, με τη συνενοχή των Ευαγγελικών εκκλησιών, πως η Κολομβία θα μετατρεπόταν σε “Ομοφυλοφιλική Δημοκρατία”. Αν δεν ήταν τόσο σοβαρά όλα αυτά, θα μας έπιανε γέλιο.
»Οι εχθροί της ειρήνης στην Κολομβία είναι εκείνοι που δεν θέλουν ούτε την παραμικρή κοινωνική αλλαγή. Είναι η άκρα Δεξιά του Ουρίμπε, που κατηγορεί τον Πάπα Φραγκίσκο ότι είναι ένας χριστιανός μαρξιστής επειδή θα έρθει στις 6-11 Σεπτεμβρίου στην Κολομβία και θα μιλήσει για την εθνική συμφιλίωση.
Είναι οι Ευαγγελικές εκκλησίες που έχουν γίνει οι καινούργιες μαφίες του 21ου αιώνα στη Λατινική Αμερική. Είναι οι μεγάλοι γαιοκτήμονες-κτηνοτρόφοι, με περιουσία 21 εκατομμύρια εκτάρια που δεν είναι παραγωγικά για τη γεωργία -σ’ αυτήν αναλογούν μονάχα 6 εκατομμύρια εκτάρια- οι οποίοι βλέπουν στη συμφωνία τον σπόρο για μια μεταρρύθμιση της νομοθεσίας της έγγειου ιδιοκτησίας. Αυτοί, ανάμεσα στ’ άλλα, χρηματοδοτούν τις παραστρατιωτικές ομάδες που τώρα ανοίγουν έναν νέο βρόμικο πόλεμο ενάντια στους αφοπλισμένους ηγέτες των FARC και, γενικότερα, ενάντια στην πολιτική Αριστερά».
• Σε συμβολικό επίπεδο, πιστεύετε πως αυτή η ειρήνη θα σημάνει το τέλος της παράδοσης του «Γκεβαρισμού» στη «δική μας Αμερική», όπως την όριζε τον 19ο αιώνα ο Χοσέ Μαρτί;
«Ναι, πιστεύω πως σήμερα η λατινοαμερικανική Αριστερά μπορεί να προχωρήσει στο πεδίο της πολιτικής και μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη εξουσία και κοινωνική επιρροή με τις ψήφους παρά με τα όπλα. Ολόκληρη η ήπειρος έχει πια ωριμάσει. Η καλύτερη απόδειξη στην περιοχή είναι το Εκουαδόρ, που με έναν αριστερό πρόεδρο (ο οποίος εισήγαγε στην πολιτική της κυβέρνησής του ιδέες του Τομά Πικετί) έγινε μια χώρα από τις πλέον αναπτυγμένες κοινωνικά».
• Και τα επαναστατικά κινήματα; Δεν τα έχει καθόλου ανάγκη ο σημερινός κόσμος;
«Στη Δύση, η επανάσταση αντικαταστάθηκε από την κατάθλιψη. Αυτή η περίοδος είναι, λοιπόν, “νευρωνική”, όπως εννοεί τον όρο ο φιλόσοφος Byung-Chul Han. Πριν από μισό αιώνα, όταν το κοινωνικό σύνολο είχε πρόβλημα οικονομικής επιβίωσης, και το ζητούμενο ήταν η αξιοπρεπής εργασία, οι αγώνες στόχευαν στην κοινωνική αλλαγή. Σήμερα, που το πρόβλημα είναι η κατάθλιψη, υπάρχει και αυτο-ενοχοποίηση αντί για ενοχοποίηση του συστήματος. Ομως στη Λατινική Αμερική τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στην Κολομβία, λ.χ., οι ανισότητες παραμένουν βαθιές, οπότε είναι απαραίτητο να συνεχιστούν οι πολιτικοί αγώνες».
• Ενας από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες στο μυθιστόρημά σας, ένας Γάλλος μάλιστα, υποστηρίζει πως «η πολιτική δεν είναι πλέον το κίνητρο αλλά ο τρόπος για να γίνει το επόμενο βήμα». Πώς σχολιάζετε αυτόν τον αφορισμό;
«Πρόκειται για έναν πολύ κυνικό χαρακτήρα τον οποίο εισήγαγα για να του αντιπαραθέσω την επιθυμία μιας ποιητικής δικαιοσύνης που εκφράζει η πρωταγωνίστριά μου. Εγώ δεν είμαι τόσο κυνικός. Με τίποτα. Βλέπω όμως στον σύγχρονο κόσμο ότι η πολιτική, σε πολλές χώρες, δεν προχωρά πέρα από το επίπεδο της διαχείρισης. Θα έλεγε κανείς πως ορισμένοι πολιτικοί ερμηνεύουν σε ένα είδος πλανητικού καραόκε τις εκφράσεις μιας πολιτικής που δεν υπάρχει πραγματικά. Δεν είναι παρά μιμητές της πολιτικής. Και όπως συμβαίνει συχνά στους μιμητές, είναι ιδιαίτερα ατομιστές. Είναι ερωτευμένοι περισσότερο με τον εαυτό τους παρά με το έργο που απαιτεί η άσκηση της εξουσίας».
• Η εσωτερική μοναξιά, τα αδιέξοδα, η αποξένωση, το κενό που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι νέοι αποτυπώνονται με συνταρακτικό τρόπο στο μυθιστόρημά σας «Νυχτερινές ικεσίες». Πού κρύβεται το μέλλον για τη νεολαία του 21ου αιώνα;
«Το να είσαι νέος είναι πάντα δύσκολο. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματός μου προσπαθούν να δραπετεύσουν, για να βρουν έναν καλύτερο κόσμο. Βρίσκονται σε αναζήτηση ενός συνεκτικού νοήματος, που θεωρείται κάτι επικίνδυνο. Γι’ αυτό κι ο κόσμος στο τέλος τούς τιμωρεί κατά κάποιο τρόπο γι’ αυτά τα αγνά ιδεώδη. Ποιο είναι το μέλλον για τη νεολαία; Εξαρτάται. Οι νέοι/νέες της Ευρώπης πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη της ζωής τους και να καταλάβουν ότι η μοναδική αληθινή ανεξαρτησία είναι η οικονομική ανεξαρτησία. Πρέπει να τελειώνουν με το πρότυπο του αιώνιου έφηβου που υπερ-προστατεύεται από την οικογένειά του κι από το κράτος. Εχω την εντύπωση ότι στην Ευρώπη οι νέοι θεωρούν πως η υποστήριξή τους είναι πρόβλημα των άλλων και όχι δικό τους. Στη Λατινική Αμερική αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται οι χαϊδεμένοι μπουρζουάδες και οι κληρονόμοι των μεγάλων περιουσιών…»
• Οι πρωταγωνιστές σας προσπαθούν να αγγίξουν την ιδέα τους για την ευτυχία καταφεύγοντας στην Τέχνη: διαβάζουν λογοτεχνία και φιλοσοφία, κάνουν γκράφιτι, βλέπουν ταινίες. Ποιος είναι ο ρόλος της Τέχνης απέναντι στην αθλιότητα και στη βία του σύγχρονου κόσμου;
«Η Τέχνη είναι ένα από τα μεγάλα αινίγματα της ζωής μου. Μετασχηματίζει τις δυσκολίες του κόσμου σε γνώση, και εδραιώνει τα σημεία αναφοράς. Αυτό είναι που της χρωστά η Κοινωνία. Είναι ένα προνομιακό πεδίο για να αναστοχαστεί κανείς την αθλιότητα του κόσμου και να ανοίξει την πόρτα στην ελπίδα και στα όνειρα. Σε ατομικό επίπεδο, η Τέχνη παρηγορεί και σώζει. Είναι προσιτή σε όλους, χωρίς προϋποθέσεις. Συγχωρεί κάθε παρέκκλιση. Ο κόσμος είναι άρρωστος και άσπλαχνος, ωστόσο σε αυτόν ακριβώς τον κόσμο ανακαλύπτουμε συγκινητικές χειρονομίες ευγένειας και ανθρωπιάς. Η Τέχνη είναι μια από αυτές τις χειρονομίες».
• Ζήσατε πολλά χρόνια στη Γαλλία και στην Ισπανία και ταξιδέψατε παντού. Πώς σας επηρέασε ο εμφύλιος στην Κολομβία; Γιατί επιστρέψατε στη γενέτειρά σας;
«Ο εμφύλιος στην Κολομβία σημάδεψε πολύ βαθιά τη ζωή μου, ακόμα κι αν δεν ήμουν εκεί σ’ όλη του τη διάρκεια. Ηταν η οικογένειά μου, οι φίλοι μου. Η βία και ο πόλεμος ήταν πάντα η μουσική της υπόκρουση. Γύρισα στην Κολομβία το 2015, στα 50 μου, για να βιώσω και να παρακολουθήσω από κοντά τη διαδικασία της ειρήνευσης. Νόμιζα ότι επρόκειτο για μια επιστροφή, όμως τελικά φάνηκε πως δεν ήταν παρά η συνέχιση της διαδρομής μου. Και επειδή η επιστροφή είναι μια λογοτεχνική έννοια, οφείλω να δώσω μια λογοτεχνική απάντηση. Οπως αυτή στο ποίημα του Ουίλιαμ Μπλέικ: “Ο άνθρωπος θα έπρεπε να εργάζεται και να θλίβεται, να μαθαίνει, να λησμονεί και να επιστρέφει στη σκοτεινή κοιλάδα απ’ όπου ήρθε, για να ξαναπιάσει το έργο του”».
Οι επίγονοι του Γκαρσία Μάρκες και το μετα-αποικιακό ρεφλέξ της Ευρώπης και ένα μυθιστόρημα η απάντηση
• Πριν από 50 χρόνια ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Εκατό χρόνια μοναξιά» και το 1982 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Σήμερα έχει αναδυθεί μια νέα γενιά Κολομβιανών συγγραφέων που βλέπουν αλλιώς τα πράγματα: Γκαμπόα, Αμπάδ Φασιολίνσε, Βαγιέχο Ρεντόν, Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες κ.ά. Το σχετικό σχόλιο του Γκαμπόα είναι δηλητηριώδες:
«Θαυμάζω απεριόριστα τον Γκαρσία Μάρκες, αλλά μας χωρίζει μια τεράστια λογοτεχνική απόσταση. Το έργο του “GGM” είναι συνδεδεμένο με μια περιοχή της Κολομβίας πολύ απομακρυσμένη από τη δική μου: το γεωγραφικό διαμέρισμα της Καραϊβικής. Ο λογοτεχνικός της κόσμος με εκπλήσσει και με εντυπωσιάζει σε τεράστιο βαθμό.
Ομως για πάρα πολλά χρόνια, εξαιτίας της γιγάντιας επιτυχίας του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και ερήμην του, οι Ευρωπαίοι εκδότες και οι αναγνώστες ήθελαν από όλους τους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, και πολύ περισσότερο από τους Κολομβιανούς, να γράφουν στη σκιά του “μαγικού ρεαλισμού”. Ετσι δημιούργησαν ένα στερεότυπο για τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία, το οποίο διαμόρφωσε την εικόνα της ηπείρου ολόκληρης στα γράμματα. Κάτι που λειτούργησε βέβαια πολύ καλά, όσον αφορά τις πωλήσεις! Οι συγγραφείς που ικανοποιούσαν αυτό το στερεότυπο γνώριζαν μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.
Ηταν μια τυπική μεταποικιακή αντίδραση: ικανοποιούσαν την εικόνα που η Μητρόπολη είχε αποφασίσει πως μας αντιπροσώπευε. Βλέπουμε να συμβαίνει το ίδιο με την αφρικανική και με την ασιατική λογοτεχνία. Από τη μια μεριά είναι εκείνοι που γράφουν για τη δική τους κοινότητα αναγνωστών, και από την άλλη είναι αυτοί που γράφουν για να ικανοποιήσουν τα στερεότυπα της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Φυσικά, ο ίδιος ο Γκαρσία Μάρκες είναι αθώος για όλα αυτά…
» Στις «Νυχτερινές ικεσίες» ο Γκαμπόα φέρνει στην επιφάνεια την οδύνη, την πικρία, τη βία, την εξέγερση, τον φόβο, την ενοχή, τη μοναξιά, την αυτοκαταστροφική διάθεση αλλά και τα ρομαντικά όνειρα που τύλιγαν τη μεσαία τάξη της Κολομβίας κατά την 20ετία 1990-2010, την εποχή που κορυφώθηκε η αυταρχική ατμόσφαιρα, και η κοινωνία που έβγαινε από την ύπνωσή της ζούσε μια πραγματική τραγωδία μέσα σε έναν εμφύλιο πόλεμο που σαν μανδύας κουκούλωνε όλα τα προβλήματα.
Στο μυθιστόρημα αυτό η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή, όμως δεν γίνεται ρητά λόγος για τον εμφύλιο. Ούτε μιλούν οι πολιτικοί που σήκωσαν τη σημαία του πατριωτισμού, οι παραστρατιωτικοί που ανέλαβαν τις εκκαθαρίσεις ή οι ναρκέμποροι που συμμάχησαν μαζί τους, ούτε και οι αντάρτες οι οποίοι είχαν συγκροτήσει από το 1964 ένοπλα κινήματα (FARC, ELN) για να απαντήσουν στην ακροδεξιά τρομοκρατία και να υπερασπιστούν τους ακτήμονες.
Μιλούν σε πρώτο πρόσωπο δυο αδέλφια από τα μικροαστικά στρώματα, παγιδευμένα σε παιχνίδια (της κυβέρνησης, των παραστρατιωτικών, του καρτέλ ναρκωτικών, των εμπόρων λευκής σάρκας) πολύ μεγαλύτερα απ’ ό,τι φαντάζονται. Και μαζί τους, σε ρόλο ντετέκτιβ και κοινωνικού ανθρωπολόγου, ο διπλωμάτης-συγγραφέας που εκμαιεύει τις αφηγήσεις τους για τα γεγονότα και κυρίως για τις συνέπειές τους στις ζωές τους.
Ο 27χρονος Μανουέλ και η 30χρονη Χουάνα αγωνίζονται να δραπετεύσουν από την αβάσταχτη καθημερινότητά τους και να οικοδομήσουν κάπου αλλού μια νέα, κοινή, πραγματικότητα η οποία θα τροφοδοτείται από τη μεταξύ τους αγάπη.
Δεν καταφέρνουν όμως να συναντηθούν. Είναι οι πρωταγωνιστές στις «Νυχτερινές ικεσίες», και παραπέμπουν στη χαμένη γενιά της εποχής, στους αγνοούμενους, στους εκτοπισμένους και στους βασανισμένους φοιτητές και φοιτήτριες.
Ο Γκαμπόα εστιάζει στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης των δύο νέων και στη χειραφέτηση των συναισθημάτων τους που, αυτά, θα ορθωθούν ενάντια στα συμφέροντα που τους εξουσιάζουν.
Από τα ωριμότερα έργα του, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην Μπογκοτά και στην Μπανγκόκ , πρότυπο του ασιατικού καπιταλισμού και πρωτεύουσα του αγοραίου έρωτα, και δευτερευόντως στο Δελχί, στην Τεχεράνη και στο Τόκιο.
Οι διαδρομές του Μανουέλ και της Χουάνα σε έναν κόσμο που τον κυβερνά η εμπορευματοποίηση του έρωτα και ο μοναχικός έρωτας στο διαδίκτυο, θέτουν ένα βασικό ερώτημα: Αραγε μπορούμε να αγαπήσουμε όταν δεν έχουμε ποτέ αγαπηθεί;
Ποια είναι η δύναμη των συναισθημάτων αγάπης σε έναν κόσμο δηλητηριασμένο από το μίσος, τη βία, τον φόβο, την ενοχή, τον κυνισμό της Αγοράς; «Αγαπάμε _επειδή_ ακριβώς έχουμε γνωρίσει, ή ενδεχομένως έχουμε υποστεί, τη μοναξιά, την απόρριψη, το μίσος», απαντά ο Γκαμπόα.
