Διονύσης Χαριτόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Νίκος Ζαχαριάδης υπήρξε η μεγαλύτερη πολιτική μορφή του ΚΚΕ και από τους επιφανέστερους ηγέτες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Η Αστυνομία τον αποκαλούσε «Φαντομά». Αδύνατον να τον εντοπίσουν και να τον συλλάβουν. Επί οχτώ ολόκληρα χρόνια οι κατηγορίες που του φόρτωναν ερημοδικούσαν και τα εντάλματα σύλληψης παρέμεναν ανεκτέλεστα.

Οταν επί δικτατορίας Μεταξά το ΚΚΕ κηρύσσεται παράνομο, τα στελέχη και τα μέλη του συλλαμβάνονται το ένα μετά το άλλο, βασανίζονται, στέλνονται φυλακή και εξορία. Οχι όμως ο αρχηγός, που παραμένει άφαντος για τους διώκτες του.

Είναι ο Νο 1 καταζητούμενος στην Ελλάδα.

Κάποιες πληροφορίες που φτάνουν στην Ασφάλεια φέρουν τον Ζαχαριάδη να έχει συγκρουστεί με σημαίνον στέλεχος του κόμματος. Αφού δεν μπορούν να βρουν τον αρχηγό, αναζητούν το στέλεχος που τους υπέδειξαν.

Την υπόθεση αναθέτουν στον υπαστυνόμο Ταβουλάρη της Γενικής Ασφάλειας Πειραιά. Πρόκειται για δεινό διώκτη του ΚΚΕ και έναν από τους ελάχιστους αστυνομικούς που γνωρίζουν εξ όψεως τον Ζαχαριάδη.

Ο Ταβουλάρης κατορθώνει μετά από μεγάλη προσπάθεια να εντοπίσει το στέλεχος που συγκρούστηκε με τον γραμματέα, αλλά αντί να τον συλλάβει αρχίζει το ψηστήρι.

«Ακουσε πως έχει η κατάσταση… Παρότι είσαι “μεγάλο ψάρι”, δεν σε συλλαμβάνω ή σε συλλαμβάνω και σε κάνω “ήρωα”. Εσύ διάλεξε τι είναι πιο σκόπιμο. Από σένα θέλω να με βοηθήσεις».

«Εγώ προδότης δεν γίνομαι» το ξεκόβει εκείνος.

«Δεν θέλω να προδώσεις το κόμμα σου. Τον Ζαχαριάδη θέλω».

«Δεν γίνεται σου λέω. Ρίξε με στο μπουντρούμι να τελειώνουμε».

«Μην είσαι χαζός. Ξέρεις καλύτερα από μένα ότι άμα φύγει αυτός από τη μέση, το κόμμα σας θα ανασάνει. Με τον εγωισμό και την αυταρχικότητα που έχει μόνο κακό σας κάνει. Κοίτα πού σας οδήγησε όλους».

«Δεν είν’ έτσι».

«Το ξέρεις πως έτσι είναι. Σκέψου το καλά και πες μου. Αυτό που σου προτείνω είναι να φύγει ο Ζαχαριάδης από τη μέση. Τίποτα άλλο δεν σου ζητάω».

Εκείνος δείχνει να ταλαντεύεται.

«Καλά, θα το σκεφτώ».

«Ορίστε το τηλέφωνό μου, όταν το αποφασίσεις, πάρε και πες συνθηματικά “σε ζητάει ο καμπούρης” κι εγώ θα καταλάβω».

Λίγες μέρες μετά ειδοποιούν τον Ταβουλάρη ότι είναι στο τηλέφωνο κάποιος «καμπούρης». Σπεύδει περιχαρής να απαντήσει και κλείνουν ραντεβού να μιλήσουν από κοντά.

Αλλά το στέλεχος του δίνει λιγότερα από όσα περίμενε.

«Οι συναντήσεις μας γίνονται πάντα σε κάποια ουδέτερα σπίτια», του εξηγεί, «αλλά για συνωμοτικούς λόγους κανείς δεν ξέρει πού μένει ο άλλος. Και είναι ύποπτο να ρωτήσεις. Αυτό που μπορώ να σου πω για τον Νίκο είναι ότι πρέπει τελευταία να μένει στην περιοχή του Λυκαβηττού».

«Σε ποια διεύθυνση;»

«Δεν ξέρω. Πάντως εκεί μένει, γιατί τον έχω δει κι εγώ και άλλοι δικοί μου να κατηφορίζει πότε προς την Αλεξάνδρας και πότε προς την Ιπποκράτους. Αμα τον περιμένεις για ένα διάστημα εκεί, θα πέσεις πάνω του. Μόνο κάνε μου κι εσύ μια χάρη».

«Αν τον πιάσω, ό,τι θες».

«Επειδή οι υποψίες θα πέσουν σ’ εμένα, φρόντισε να σε δουν με κάποιον άλλο. Μη με κάψεις».

Το όνομα του καταδότη θα φυλαχτεί επτασφράγιστο από την Ασφάλεια γιατί επί πολλά χρόνια στη συνέχεια, αν και φαινομενικά «επικηρυγμένος», συνεργαζόταν στενά με τις διωκτικές αρχές.

Ο Ταβουλάρης συνέστησε μια ομάδα από πέντε ικανούς αστυφύλακες μεταμφιεσμένους σε εργάτες και πλανόδιους μικροπωλητές και ο ίδιος ήταν πάντα με πολιτικά. Τους μοίρασε από μια φωτογραφία του Ζαχαριάδη.

Και από τις 7 Σεπτεμβρίου 1936 ανέβαιναν κάθε μέρα μαζί στην Αθήνα.

Τριγυρνούσαν από το πρωί ώς αργά το απόγευμα στο τέρμα Ιπποκράτους και για να μην προκαλούν υποψίες, κάθε τόσο άλλαζαν μεταμφίεση.

Ο Ταβουλάρης είχε πάρει κοντά του ένα άλλο παραγκωνισμένο στέλεχος από τον Πειραιά, πρώην αρχηγό της ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομματικών Νεολαιών Ελλάδας).

Αυτός ήταν έντιμος άνθρωπος που πνιγόταν από αγωνία για την τύχη του. Ούτε στην Αστυνομία ήθελε να καταδώσει ούτε στο κόμμα μπορούσε να γυρίσει.

Κατέληξε να γίνει το «θύμα» που θα φορτωνόταν την προδοσία Ζαχαριάδη και αργότερα θα το πλήρωνε με τη ζωή του.

Ο Ταβουλάρης τον παραπλάνησε.

«Ούτε με το κόμμα είσαι, ούτε μ’ εμάς, πρέπει ν’ αποφασίσεις για να δούμε τι θα κάνουμε με την περίπτωσή σου. Ελα μαζί μου δυο-τρεις μέρες στην Αθήνα που ψάχνω για έναν ληστή να μου κάνεις παρέα, να μιλήσουμε και για το θέμα σου».

Στην ενέδρα οι μέρες περνούσαν, οι αστυνομικοί έσπαγαν τα πόδια τους στα πηγαινέλα, μα ο Ζαχαριάδης πουθενά.

Αρχισαν να απογοητεύονται. Ολοι, εκτός του Ταβουλάρη, που πίστευε ότι το σχέδιο θα πετύχει.

Οπως κι έγινε.

Στις 17 Σεπτεμβρίου, ημέρα Τρίτη, μετά τις πέντε το απόγευμα, ο Ταβουλάρης αποχαιρετάει το στέλεχος της ΟΚΝΕ που έσερνε μαζί του και σκέφτεται ότι θα φύγουν πάλι με άδεια χέρια.

Ξαφνικά βλέπει κάποιον καλοντυμένο άντρα να μπαίνει στην Ιπποκράτους από τη γωνία με τη μικρή οδό Βλαχοπούλου. Φοράει γκρι ριγέ κοστούμι, μαύρα παπούτσια και ρεμπούμπλικο σκούρο καφέ.

Αυτός πρέπει να είναι. Αυτός είναι. Ο Ζαχαριάδης.

Ο Ταβουλάρης ανοίγει το βήμα του και τον πλευρίζει με το δεξί χέρι στην τσέπη να κρατάει το πιστόλι του.

«Παρακαλώ, την ταυτότητά σας. Αστυνομικός. Μην κάνετε καμία κίνηση».

«Τι συμβαίνει;» λέει ψύχραιμα ο άντρας.

«Τίποτα, την ταυτότητά σας θέλω να δω».

Στο μεταξύ τον έχουν κυκλώσει και δύο αστυφύλακες.

Ο άντρας βγάζει μια ταυτότητα που γράφει «Κυριάκος Κατρής του Δημητρίου και της Ελένης, ετών 39, ιδιωτικός υπάλληλος εξ Αργους».

«Χειροπέδες» διέταξε ο υπαστυνόμος.

Σταματάνε ένα ταξί, μπαίνει μπροστά ο Ταβουλάρης και πίσω ο Ζαχαριάδης εν μέσω των δύο αστυφυλάκων.

«Στη Γενική Ασφάλεια Πειραιώς» λέει στον οδηγό. «Είμαστε αστυνομικοί».

«Το βλέπω» απαντάει πονηρεμένος αυτός και ξεκινάνε.

Στη διαδρομή ο υπαστυνόμος στρέφεται ειρωνικά προς τον δέσμιο αρχηγό του ΚΚΕ.

«Λοιπόν, κύριε Κατρή

«Ξέρω ποιος με πρόδωσε» του λέει ο Ζαχαριάδης, «εκείνος ο “γκαβός” της ΟΚΝΕ. Τον είδα μαζί σου. Ετσι δεν είναι, Ταβουλάρη;»

«Ωστε με ξέρεις. Από πού

«Αυτό είναι δική μου δουλειά. Κι εσύ είσαι από τους λίγους που με γνωρίζουν».

«Τότε αφού γνωριζόμαστε γιατί μου έδειξες ψεύτικη ταυτότητα και παραμύθια;»

«Ετσι πάνε αυτά».