Επιτέλους το νομοσχέδιο για τα πνευματικά δικαιώματα εισήχθη στη Βουλή και σε μερικές μέρες θα αποτελεί νόμο του κράτους.
Ούτε λίγο ούτε πολύ χρειάστηκαν 18 μήνες μέχρι να βρει τον δρόμο του αλλά, έστω κι έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ.
H αλήθεια είναι βέβαια πως καμία άλλη κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε τα τελευταία χρόνια με το ζήτημα, ακόμα και αν ο βοούσε ο τόπος για φαινόμενα κακοδιαχείρισης, ειδικά στην ΑΕΠΙ.
Επρεπε να βγουν στο φως της δημοσιότητας όλα αυτά τα τερατώδη για τη διοίκηση της ΑΕΠΙ, ώστε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες και να έχουμε εξελίξεις.
Πλέον μπήκε επίτροπος στην ΑΕΠΙ, αλλά το νέο νομοσχέδιο το προβλέπει ούτως ή άλλως αυτό έτσι ώστε να αποφευχθούν αντίστοιχα φαινόμενα και στο μέλλον.
Καθώς φαίνεται έγιναν και οι απαραίτητες αλλαγές που ζητούσαν οι καλλιτέχνες, ώστε να διασφαλίζεται η πληρωμή των πνευματικών δικαιωμάτων ακόμα και όταν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους χρήστες και στους οργανισμούς διαχείρισης των πνευματικών δικαιωμάτων.
Μία ακόμα από τις σημαντικές αλλαγές που επιφέρει είναι η θέσπιση Εποπτικού Συμβουλίου στους οργανισμούς διαχείρισης, το οποίο θα απαρτίζεται από εκπροσώπους των δημιουργών ώστε να ελέγχουν τις αποφάσεις της διοίκησης (και της ΑΕΠΙ) και να επεμβαίνουν όποτε κρίνουν σκόπιμο.
Χθες ξεκίνησε η επεξεργασία και η εξέταση του σχεδίου νόμου στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, με πρόεδρο τον βουλευτή Δημήτρη Σεβαστάκη.
Υπήρξαν οι τοποθετήσεις των εισηγητών όλων των κομμάτων και σημεία με σκληρές αντιπαραθέσεις με την υπουργό Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου, που κατέθεσε το σχέδιο νόμου στη Βουλή. Επεται συνέχεια σήμερα με τις τοποθετήσεις εκπροσώπων όλων των φορέων που εμπλέκονται.
Μπορεί συγγραφείς και εκδότες να έχουν στραφεί εναντίον των δύο διατάξεων -παρ. 3 & 4 άρθρο 55- που προστέθηκαν στο νομοσχέδιο για τα πνευματικά δικαιώματα, ωστόσο η πανεπιστημιακή κοινότητα στηρίζει απόλυτα τις τροποποιήσεις.
«Η ρύθμιση που προτείνει η υπουργός Πολιτισμού δεν είναι μονόπλευρη αλλά πλήρως ισορροπημένη» αναφέρουν στην επιστολή που έστειλαν χθες προς τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, η οποία συνυπογράφεται από τους Σύνδεσμο Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών (ΣΕΑΒ), Ενωση Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων Πληροφόρησης (ΕΕΒΕΠ), Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών (ΓΣΒ), Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) και προσυπογράφεται από το σύνολο σχεδόν των ακαδημαϊκών δασκάλων και φοιτητών της χώρας.
Σημειώνουν λοιπόν μεταξύ άλλων ότι τα ακαδημαϊκά ιδρύματα και οι δημόσιες βιβλιοθήκες στηρίζουν την εκδοτική δραστηριότητα στην Ελλάδα καθώς από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν πληρώσει 104 εκατομμύρια σε περιοδικά και 370 εκατομμύρια σε βιβλία.
«Αλλά αυτό δεν φαίνεται να είναι αρκετό για τους εκδότες» γράφουν. «Εκμεταλλευόμενοι το κενό στην εθνική μας νομοθεσία, που δεν έκανε μέχρι τώρα χρήση της δυνατότητας που παρέχει ο κοινοτικός νομοθέτης να εισαχθούν εξαιρέσεις από τα δικαιώματα της αναπαραγωγής και του δημόσιου δανεισμού, οι εκδότες έχουν στραφεί επανειλημμένως -αν και ανεπιτυχώς- κατά των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών διεκδικώντας εξωφρενικά ποσά και δημιουργώντας κλίμα φόβου για τους ακαδημαϊκούς και τους φοιτητές».
Και αναφέρουν «ο κοινοτικός νομοθέτης με το αρ. 5 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ και το αρ. 6 της Οδηγίας 2006/115/ΕΚ επιτρέπει ρητώς στον Ελληνα νομοθέτη να εξαιρέσει την ακαδημαϊκή έρευνα, διδασκαλία και εξεταστική διαδικασία από την καταβολή αμοιβών στους δικαιούχους, εφόσον τηρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις προστασίας των δικαιούχων που ήδη περιγράφονται στο αρ. 21 του Ν. 2121/1993…. Με την προτεινόμενη στις παρ. 3 και 4 του αρ. 55 ρύθμιση του σχεδίου νόμου, προτείνεται μια ρύθμιση που δίνει σαφή και ξεκάθαρη λύση στο πρόβλημα του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου και η οποία βρίσκει σε απόλυτη συμφωνία τόσο τον ακαδημαϊκό κόσμο όσο και τον κόσμο των δημοσίων και δημοτικών βιβλιοθηκών της χώρας».
Οσο για τις ρυθμίσεις στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες «είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Θα πρέπει και οι βιβλιοθήκες, οι οποίες επιτελούν σημαντικό ενισχυτικό ρόλο σε επίπεδο Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης, λόγω της έλλειψης σχολικών βιβλιοθηκών, να εξαιρεθούν ρητώς από την καταβολή αμοιβής για τον δημόσιο δανεισμό, διαφορετικά θα πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι θα οδηγηθούν σε αφανισμό».
Δείτε ολόκληρη την επιστολή
