Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι καταφανής και δύσκολα κρύβεται η αμήχανη αντίδραση της Ν.Δ. κυρίως, αλλά και της υπόλοιπης αντιπολίτευσης, έναντι των προτάσεων του ΥΠΕΠΘ.

Ο αντίλογος επικεντρώνει σε πέντε υποτίθεται αδύνατα σημεία όπως είναι α) οι δυνατότητες προσέλκυσης αλλοεθνών φοιτητών οι οποίες δεν αξιοποιούνται, β) η επιθυμία παλιννόστησης πανεπιστημιακών της διασποράς η οποία αγνοείται, γ) η θρυλούμενη υποβάθμιση των μεταπτυχιακών, δ) η φοιτητική συμμετοχή και το άσυλο και ε) η εκλογή αντιπρυτάνεων με ξεχωριστά ψηφοδέλτια και μονοσταυρία που υποτίθεται ότι βάλλει κατά του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ. 

Με μια πρώτη ματιά η ευτέλεια της αντιπολιτευτικής επιχειρηματολογίας θα μπορούσε να αποδοθεί στην απουσία σαφούς προγραμματικού σχεδίου.

Ωστόσο, αν κανείς δει από κοντά τα αντεπιχειρήματα που προβάλλονται, θα μπορούσε να συμπεράνει ότι αυτό οφείλεται μάλλον στην αδυναμία ουσιαστικής πρόσληψης μιας πρότασης που βρίσκεται στον αντίποδα ιδεολογικών αγκυλώσεων αγοραίας κοπής. 

Το πρώτο αντεπιχείρημα είναι ότι ο νόμος Διαμαντοπούλου συγκέντρωσε μέγιστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ αποσιωπάται το γεγονός ότι, κυρίως λόγω έλλειψης πολιτικού ρεαλισμού, ο νόμος αυτός εμφάνισε ενδογενείς δυσλειτουργίες και αντιμετώπισε μέγιστη κοινωνική εναντίωση.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι κομβικά στοιχεία δεν λειτούργησαν (τα συμβούλια ιδρύματος, οι υπερεξουσίες των μονοπρόσωπων οργάνων, οι εκλογές μελών ΔΕΠ είναι μερικά από αυτά) και το όλο εγχείρημα κατέληξε στα βράχια. 

Το δεύτερο αντεπιχείρημα επικαλείται δύο μύθους

α. Ο πρώτος μύθος θέλει τα ελληνικά πανεπιστήμια να διαθέτουν μεγάλες δυνατότητες προσέλκυσης αλλοεθνών φοιτητών οι οποίοι μέσω της καταβολής διδάκτρων θα συντείνουν στην οικονομική ενδυνάμωση των ΑΕΙ. Φευ, η κυβέρνηση ακυρώνει τις τεράστιες αυτές δυνατότητες με την άρνησή της να θεσμοθετήσει την ελεύθερη επιβολή διδάκτρων. Η εμπειρία, ωστόσο, δείχνει ότι με δεδομένες τις απίστευτες ελλείψεις σε υποδομές –κυρίως στέγασης, αλλά όχι μόνο– η χώρα μόνο ελκυστική δεν είναι για τους αλλοδαπούς φοιτητές. Για παράδειγμα, διμερείς επαφές απέδειξαν χωρίς αμφιβολία ότι τα μυθεύματα περί πλημμυρίδας Κινέζων φοιτητών παραμένουν μυθεύματα. 

β. Ο δεύτερος μύθος έχει να κάνει με την επιθυμία παλιννόστησης πανεπιστημιακών της διασποράς, οι οποίοι θα ενισχύσουν τα ιδρύματα, πλην παρεμποδίζονται λόγω της κυβερνητικής άρνησης να θεσμοθετηθούν μέτρα ευνοϊκής μεταχείρισης – κυρίως κίνητρα σχετικά με τις οικονομικές απολαβές και πάλι μέσω διδάκτρων. Εδώ, και σε αντίθεση με κάθε εμπειρικό δεδομένο, υποβαθμίζεται ανεξήγητα η ποιότητα του ήδη υπηρετούντος δυναμικού και γι’ αυτό απαιτείται η ενίσχυσή του. 

Αντίθετα, αγνοείται ότι τον ισχυρότερο αποτρεπτικό παράγοντα παλιννόστησης φαίνεται να συνιστούν οι -πέραν των μισθολογικών- εξαιρετικά δύσκολες εργασιακές συνθήκες (χώροι, υποδομές, χρηματοδοτήσεις) που επικρατούν στα ελληνικά ιδρύματα και απαιτούν από το προσωπικό αποφασιστικότητα, εγρήγορση και εφευρετικότητα για την υπέρβασή τους.

Επιπρόσθετα, αποσιωπάται ανεξήγητα και η ρητά διατυπωμένη πρόθεση του νομοθέτη να διευκολύνει τις ανταλλαγές ανάμεσα στους ομοεθνείς ανά την οικουμένη. 

Το τρίτο αντεπιχείρημα που μιλάει για υποβάθμιση μεταπτυχιακών αποσιωπά την προσπάθεια τακτοποίησης μιας άναρχης, αποσπασματικής και εντέλει άκρως αναποτελεσματικής διάρθρωσης των αντίστοιχων προγραμμάτων και για άλλη μια φορά επικεντρώνεται στα δίδακτρα. 

Το τέταρτο αντεπιχείρημα βρίσκεται παραδόξως σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό και το αμερικανικό κεκτημένο και συνδέει την πενιχρή φοιτητική συμμετοχή και την επαναφορά του ασύλου –δαιμονοποιημένα αμφότερα– με την ανομία. Χωρίς ιδιαίτερο κόπο, το επιχείρημα μπορεί να χαρακτηριστεί από αφελές ιδεολόγημα έως κακόγουστο προπαγανδιστικό τέχνασμα. 

Το πέμπτο αντεπιχείρημα αναφέρεται σε υποτιθέμενο έλλειμμα διαφάνειας και προβάλλει την ανάγκη μέγιστης αυτονομίας.

Συχνά μάλιστα, η απαίτηση φτάνει στα όρια της ιδιονομίας και μερικές φορές εκτρέπεται σε αυθαιρεσία.

Η τραγική περίπτωση αυτοδιορισμού του προέδρου του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης σε θέση γραμματέα, ο αυθαίρετος καθορισμός διδάκτρων και αμοιβών στα μεταπτυχιακά προγράμματα κ.ά. είναι μερικά μόνο παραδείγματα.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το νομοσχέδιο επεκτείνει τα υφιστάμενα περιθώρια αυτονομίας των ιδρυμάτων.

Για άλλη μια φορά και σε αντίθεση με την υφιστάμενη εμπειρία, μια τελευταία αντίρρηση στο νομοσχέδιο επιστρατεύει εργαλειακού τύπου επιχειρηματολογία υπέρ φαντασιώσεων αποτελεσματικότητας, εστιάζει στην πανεπιστημιακή διακυβέρνηση και πιο συγκεκριμένα στην εκλογή αντιπρυτάνεων με ξεχωριστά ψηφοδέλτια και μονοσταυρία.

Και πάλι εδώ βρισκόμαστε μπροστά στη γνωστή αντιπαλότητα ανάμεσα στο αίτημα εργαλειακής και εντέλει απολιτικής τεχνοκρατικής διαχείρισης έναντι του αιτήματος για μια πολιτική αντιμετώπιση των ζητημάτων για χάρη της ουσίας. 

Γενικότερα, η επιβολή διδάκτρων, η διαμόρφωση αγοραίων μηχανισμών απορρύθμισης των λειτουργιών και η παράλληλη συγκεντροποίηση των δομών διακυβέρνησης αποτελούν το κόκκινο νήμα κατά μήκος του οποίου αρθρώνεται η αντιπαλότητα στον νόμο.

Τα αιτήματα αυτά βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με λογικές οι οποίες, με βάση τη συλλογικότητα, επιδιώκουν τη διασύνδεση ολόκληρου του χώρου έρευνας και επιστήμης με την κοινωνία, και μάλιστα με στόχους στρατηγικούς υπέρ της ανάπτυξης της χώρας και όχι με στόχους ευκαιριακούς υπέρ της αγοράς.

Στο σημείο αυτό, το δίλημμα στο οποίο απαντά εντέλει το νομοσχέδιο είναι: οι δομές ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας απολογούνται στην αγορά ή στη χώρα; Η απάντηση είναι μεροληπτικά υπέρ της δεύτερης. 

Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τη συνέντευξη του κ. Γαβρόγλου στην «Εφημερίδα των Συντακτών», είναι περίεργες οι συμπτώσεις, αν όχι η ταύτιση του παραπάνω αντιλόγου με αντίστοιχα επιχειρήματα προέλευσης Βρυξελλών, λες και είναι αυτή η τελευταία που υπαγορεύει πολιτικές και επιχειρηματολογίες. 

Με όλα τα παραπάνω γίνεται πρόδηλο αυτό που σημειώσαμε στην αρχή, ότι δηλαδή η αντιπαλότητα και η προδιαγραφόμενη σύγκρουση έχουν βάση ιδεολογική.

Από τη μια μεριά στοιχίζεται η μερίδα εκείνη που επιδιώκει την εγκαθίδρυση μοντέλων που βασίζονται στην ατομικότητα και επιδιώκουν την ιδεολογική χειραγώγηση μέσω της διαπλοκής και από την άλλη αντιπαρατάσσεται εκείνη η μερίδα που με δεδομένες τις ανισότητες στο επίπεδο του συσχετισμού δυνάμεων έχει απελευθερωτικούς τελικούς στόχους μέσω της συλλογικότητας στη σκέψη και τη δράση.