Εκ των υστέρων, η τρομοκρατική επίθεση στη Βαρκελώνη μαζί με τις προηγούμενες στις ευρωπαϊκές πόλεις επιβεβαιώνει ορισμένα σκληρά μαθήματα πολέμου και παραλογισμού.
Πρώτον, γιατί ξανά η Ισπανία; Γιατί το καλοκαίρι του 2017 να βγαίνει από τον εφιάλτη των τότε πολύνεκρων βομβιστικών επιθέσεων στον προαστιακό σιδηρόδρομο της Μαδρίτης του 2004;
Στην αφήγηση των τζιχαντιστών, η Ισπανία ενέχεται κυρίως για δύο πράγματα: Αφενός, πληρώνει τη Reconquista (ισπαν.) – τη χριστιανική ανακατάκτηση των μουσουλμανικών εδαφών της Ιβηρικής Χερσονήσου που ολοκληρώθηκε βίαια στα τέλη του 15ου αιώνα από τους καθολικούς βασιλείς Φερδινάνδο και Ισαβέλλα.
Αφετέρου, πληρώνει τον ατλαντισμό του Χοσέ Μαρία Αθνάρ της Ισπανίας στον πόλεμο του 2003 κατά του Ιράκ μαζί με τον Τζορτζ Μπους των ΗΠΑ και τον Τόνι Μπλερ της Βρετανίας. Βέβαια, η κρίσιμη συνάντησή τους που έκρινε τον προαποφασισμένο πόλεμο είχε γίνει στις Αζόρες.
Εκεί είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του, υπέρ του αμφισβητούμενου τότε πολέμου, ο οικοδεσπότης πρωθυπουργός της Πορτογαλίας, Ζοζέ-Μαουέλ Μπαρόζο (γνωστός εκείνη την περίοδο και ως «γκαρσόνι των Αζορών»). Θυμηθείτε ότι, αμέσως μετά, ο Μπαρόζο επιβραβεύτηκε με την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου και παρέμεινε ανενόχλητος έως το τέλος της δεύτερης θητείας του, το 2014.
Δεύτερον, υπάρχει μια ποιοτική μετάλλαξη στην τρομοκρατία. Από το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη (σε έδαφος των ΗΠΑ), που προϋπέθετε εξειδικευμένες ποιότητες από τη μεριά των τρομοκρατών και ικανοποιούσε ισχυρούς συγκρουσιακούς συμβολισμούς, μεταβήκαμε σε κάτι πολύ απλούστερο και πιο χαοτικό σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Τυποποιήθηκε στο τρομοκρατικό οπλοστάσιο η χρήση των καθημερινών αυτοκινήτων. Δεν απαιτείται ειδική εκπαίδευση και, επιπλέον, στο τρομοκρατικό φαντασιακό το σύμβολο της ισχυρής βιομηχανίας και δυτικής ευημερίας χρησιμοποιείται ως ο «κατευθυνόμενος πύραυλος του φτωχού»∙ δηλαδή, τα αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται ως πύραυλοι εκδίκησης (για να θυμηθούμε τον Χίτλερ) για τις επιθέσεις των ΗΠΑ και της συμμαχίας των προθύμων με τους πυραύλους «Τόμαχοκ» και τις επιχειρήσεις «Σοκ και δέος» στους προηγούμενους πολέμους του Κόλπου. Τα πανομοιότυπα χτυπήματα της τελευταίας περιόδου στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο κ.α. επιβεβαιώνουν το γεγονός.
Τρίτον, όσον αφορά την Ευρώπη. Απουσιάζει ο παράγοντας-κλειδί που θα μπορούσε να προκαλέσει μια συνεκτική αντίδραση. Απουσιάζει μια «ευρωπαϊκή συνεννόηση» για τον πόλεμο στη Συρία, για την κρίση στη Μέση Ανατολή, απέναντι στο «Ισλαμικό κράτος» και την τρομοκρατία και, τέλος, για το προσφυγικό εξαιτίας του πολέμου.
Αντίθετα, υπερισχύει η εξίσωση προσφυγικού και τρομοκρατίας – πράγμα που στρεβλώνει τους πραγματικούς κινδύνους, τροφοδοτεί καταστάσεις πανικού, μίσους, ισλαμοφοβίας. Είναι δύσκολο να διατηρηθεί άθραυστο το συμπαγές της ειρηνικής κοινωνίας∙ η ισορροπία ανάμεσα στις ελευθερίες και στους πραγματικούς κινδύνους.
Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ και Ρωσία, όλοι παρερμήνευσαν το παιχνίδι εξουσίας στη Μέση Ανατολή. Σπατάλησαν ζωές, πόρους και κύρος σε ηγεμονικά παιχνίδια. Η Ευρώπη, εκούσα άκουσα, στήριξε τις ΗΠΑ σε πολέμους που δεν εξυπηρετούσαν κανέναν άλλο σκοπό, εκτός ίσως από την αναζήτηση κάποιου ιδεοληπτικού σκέλους της επίσημης προπαγάνδας. Το επιβεβαιώνουν οι εμπλοκές της Αμερικής στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Συρία, τη Λιβύη, την Υεμένη κ.α.
Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, το οικονομικό ενδιαφέρον της Αμερικής για τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής μεταστράφηκε γρήγορα σε στρατηγικό ενδιαφέρον καταστολής και την πρόληψη ανάδυσης αντιδυτικών ή φιλοσοβιετικών κυβερνήσεων. Η προσπάθεια της Αμερικής να διατηρήσει επιρροή στην περιοχή συμπληρώθηκε με τον εξοπλισμό των τζιχαντιστών στο Αφγανιστάν, τη στενή εταιρική σχέση με το Ισραήλ και, τέλος, με τους δύο μεγάλους πολέμους του Κόλπου στο Ιράκ, από τον πατέρα και τον υιό Τζορτζ Μπους.
Οι ηγεμονικές συγκρούσεις των ΗΠΑ δι’ αντιπροσώπων φέρουν μεγάλη ευθύνη για την καταστροφή στη Συρία, το χάος στο Ιράκ και τη Λιβύη – και, κατ’ επέκταση, για την προσφυγική κρίση. Το «Ισλαμικό κράτος» –μια «μετεξέλιξη» της Αλ Κάιντα στην περιοχή– δεν θα υπήρχε εάν ο Τζορτζ Μπους δεν είχε εισβάλει στο Ιράκ το 2003 για να σπείρει «φιλοδυτική δημοκρατία».
Τέλος, αυτό που είναι τραγικό στον πυρήνα του και δύσκολα παραδεκτό στην ουσία του, είναι ότι σχεδόν κάθε πράξη τρομοκρατίας κάτω από τη φριχτή κρούστα της έχει μια πηγή και μια πολιτική συνιστώσα που δεν μπορεί να κρύβεται συνέχεια πίσω από το πέπλο της εκδίκησης, του φανατισμού, του εγκλήματος ή της θρησκευτικής σύγκρουσης.
Οπως συμβαίνει σε όλες τις κρίσεις, το βάθος και η έντασή τους κρατούν πολύ περισσότερο απ’ όσο πιστεύουν οι αναλυτές ή ακόμα και οι εμπνευστές τους∙ αλλά πάντα οι συνέπειές τους εκδηλώνονται άμεσα, άδικα, βίαια, με πολλά τα θύματα των ηγεμονικών συγκρούσεων. Νίκαια χθες, Βαρκελώνη σήμερα. Αύριο κάπου αλλού. Πότε θα αφυπνιστεί η Ευρώπη; Ο πόλεμος στη Συρία πότε θα τελειώσει;
