Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια καριέρα που ξεκίνησε από τις γειτονιές της Αβάνας κι έφτασε στα πέρατα του κόσμου.

Ενα μικρό παιδί που έμαθε μουσική από τις οικογενειακές παραδόσεις αλλά σήμερα ζει και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι.

Μεγάλες περγαμηνές, «συστατικές επιστολές» από τον Ντίζι Γκιλέσπι και τον Τσάρλι Χέιντεν, δισκογραφικές συνεργασίες με τους Τσικ Κορία («Rendezvous in New York») και Αλ ντι Μέολα («Flesh on Flesh», «Pursuit of Radical Rapsody»).

Τέσσερα βραβεία Γκράμι μεταξύ των οποίων και αυτό του Καλύτερου Λάτιν Τζαζ Αλμπουμ («Nocturne», 2001). Μια ζωή συναρπαστική.

Ο Κουβανός τζαζ πιανίστας και συνθέτης Γκονσάλο Ρουμπαλκάμπα δεν είναι μια τυπική περίπτωση μουσικού που αυτομόλησε από την Κούβα στη Δύση.

Είναι ένα σπάνιο ταλέντο και κυρίως ο πιανίστας στον οποίο ο κοντραμπασίστας Τσάρλι Χέιντεν βρήκε έναν ισάξιο συνομιλητή κι έναν αφοσιωμένο συνεργάτη.

Αυτά τα χρόνια που πέρασαν μαζί (στη σκηνή και στη δισκογραφία) θα θυμηθεί απόψε στον λόφο της Σάνης ο Γκονσάλο Ρουμπαλκάμπα, που επιστρέφει στο φεστιβάλ με το κουαρτέτο του.

Την πρώτη φορά που τον είδαμε στην Ελλάδα ήταν το 2002, ενώ τρία χρόνια μετά επέστρεψε στο Sani Festival συνοδεύοντας τον Τσάρλι Χέιντεν.

«Θα θυμάμαι πάντα τον μουσικό και τον άνθρωπο Τσάρλι. Μοιραστήκαμε μαγικές στιγμές. Ταξιδέψαμε και παίξαμε σε όλο τον κόσμο, μιλήσαμε για όλα, γελάσαμε, γνωρίστηκαν οι οικογένειές μας. Με εμπιστεύτηκε σε μια στιγμή που δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεχάσω. Ηρθε στην Κούβα το 1986, όταν ήμουν πολύ νεαρός, περίπου 23 ετών, για να με υποστηρίξει επαγγελματικά. Με βοήθησε πραγματικά», λέει ο ίδιος λίγο πριν φτάσει στην Ελλάδα.

«Στη Σάνη θα παρουσιάσω ένα αφιέρωμα που ηχογράφησα πριν από δύο χρόνια για να τον τιμήσω. Με νέους μουσικούς που νομίζω έχουν πολλά να πουν. Θα παίξουμε μουσικές του και κομμάτια που αγαπούσε να παίζει ζωντανά».

Πριν όμως, το 1984, μια άλλη θεότητα της τζαζ πίστεψε σε αυτόν τον χαρισματικό πιανίστα και του ζήτησε εμμέσως να μην περιοριστεί στα σύνορα της χώρας του: ο Ντίζι Γκιλέσπι.

«Ηταν σίγουρα ο πρώτος διεθνής μουσικός που έβγαλε το όνομά μου από την κουβανική πραγματικότητα και ζωή. Το 1984 εμφανιζόταν σε ένα τζαζ φεστιβάλ στην Κούβα και με κάλεσε να παίξω μαζί του. Ηταν ένα σημείο καμπής στη ζωή μου. Αλλαξαν πραγματικά όλα. Ανοιξαν πόρτες παντού, άρχισα να παίζω σε Ευρώπη και Αμερική, συνάντησα ανθρώπους που μου είπαν: “Σας ξέρω, πριν από λίγο καιρό ο Ντίζι μιλούσε για σας”», λέει ο 54χρονος πιανίστας.

«Είναι σπουδαίο να σε εμπιστεύονται και εκείνος το έκανε όχι μόνο μαζί μου αλλά με μουσικούς από όλη τη Λατινική Αμερική. Την τελευταία φορά που παίξαμε μαζί ήταν το 1989, στο Φεστιβάλ Τζαζ του Μόντρεαλ. Νομίζω επέστρεψε στην Κούβα το 1990, αλλά ήταν άρρωστος και το 1993 πέθανε. Του χρωστάω πολλά. Μου έμαθε μουσική, αλλά και τι σημαίνει να ζητάς αυτό που θες. Ηταν άνθρωπος ειλικρινής και σαφής, που έλεγε ακριβώς τι σκεφτόταν κι ένιωθε, τι ήθελε και με τι συμφωνούσε. Τρεις μέρες μαζί του ήταν σαν 4-5 χρόνια σχολείου».

Η ζωή του άραγε θα ήταν ίδια αν δεν είχε ακούσει τους δύο δασκάλους που τον παρακινούσαν να ταξιδέψει παντού;

«Δεν ξέρω… Η μουσική, φυσικά, συνδέεται με τον τόπο όπου ζεις και τις αναφορές σου. Αλλά ο καθένας χωνεύει τις πληροφορίες με διάφορους τρόπους και συχνά δεν έχει σημασία πού ζεις. Εγώ, ακόμα κι όταν δεν ζούσα στην Κούβα, δεν έχασα τη σύνδεσή μου με την κουβανέζικη κληρονομιά, τις ρίζες, τη μουσική, την ιστορία. Γενικά είναι σημαντικό να είσαι σε επικοινωνία με αυτά που συμβαίνουν στον τόπο όπου γεννήθηκες. Σίγουρα όμως, αν είχα μείνει στην Κούβα, θα προσέγγιζα διαφορετικά τη μουσική σήμερα, γιατί κάθε στιγμή που ζούμε καταγράφεται στις δημιουργίες μας. Γιατί η μουσική είναι μέρος αυτού που είσαι και αισθάνεσαι, αυτού που ξέρεις και δεν ξέρεις. Είμαι ευχαριστημένος με το ταξίδι που έκανα. Αν ξαναρχόμουν στη ζωή, αυτό θα επαναλάμβανα».

Ωραία, κι αφού η μουσική είναι κυρίως βίωμα, η εκπαίδευση και η κατάρτιση ποιο κομμάτι της δημιουργίας κρατούν;

«Η εκπαίδευση, η πρόκληση, το όραμα, το βίωμα, οι αναφορές αλληλοσυμπληρώνονται. Οταν, αρχές δεκαετίας του ’80. πήγα στο Ινστιτούτο Τεχνών Κούβας, ο καθηγητής με ρώτησε την πρώτη ημέρα: “Τι πιστεύετε ότι θα πάρετε από αυτό το ίδρυμα κι εμένα;”. Του είπα ότι θέλω να μάθω πώς να συνθέτω και μου απάντησε: “Σε λάθος μέρος ήρθες”. Συγκλονίστηκα κι εκείνος πρόσθεσε: “Δεν μπορεί κανείς να σας διδάξει πώς να συνθέσετε. Μπορώ να σας δώσω τα εργαλεία. Αλλά για να γράψετε μουσική πρέπει να έχετε κάτι να πείτε. Πρώτα νιώθεις την ανάγκη να εκφραστείς, να μοιραστείς συναίσθημα και μετά συνθέτεις. Αλλιώς, θα προσφέρεις στο κοινό τεχνική, αλλά ούτε ίχνος τέχνης”. Τότε κατάλαβα πόσο λάθος έκανα. Το ζητούμενο δεν είναι να ακούμε χιλιάδες ηχογραφήσεις και να τις επαναλάβουμε, να διαβάζουμε ένα βιβλίο και να το αποστηθίζουμε, αλλά να επεξεργαζόμαστε τη γνώση και να βάζουμε σε αυτήν ό,τι έχουμε ζήσει».

 Info:

Λόφος Σάνης, 21.30. Τιμές 20€, αριθμημένες θέσεις 30 €.