Η Ερατώ τεντώνεται στον ήλιο με τη χάρη της Μπριτζίτ Μπαρντό στις Κάνες. Απλώνει τα λευκά της πόδια στον κήπο και ύστερα σηκώνει νωχελικά το πανέμορφο πρόσωπό της. Μου ρίχνει το πιο αδιάφορο βλέμμα του κόσμου, βλέμμα «είμαι μια σταρ».
Η Ερατώ είναι γάτα. Δεν τα πάμε καθόλου καλά. Αυτό συμβαίνει γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω τις γάτες και η Ερατώ δεν καταλαβαίνει εμένα. Οταν λαχταρώ να τη χαϊδέψω, εκείνη εξαφανίζεται στα χωράφια και αναζητά (ποιος ξέρει πού;) καλύτερη συντροφιά.
Στο μεσημεριανό εμφανίζεται κυρία, με τουπέ, έτοιμη να κάτσει στο τραπέζι. Της κάνω λίγα μούτρα. Τρίβεται στα πόδια μου και με τουμπάρει. Μετά ξεκουράζεται κάτω από το πιο δροσερό μέρος, έναν φουντωτό θάμνο δίπλα στη βρύση.
Στον απογευματινό καφέ δεν είναι ποτέ παρούσα. Κάποιες φορές αναρωτιέμαι μήπως κάνει διπλή ζωή. Μήπως έχει κάπου αλλού ένα σπίτι με οικογένεια, συγγενείς; Μήπως βολτάρει στην παραλία, στην ψαραγορά; Μπα, όχι. Η ψαραγορά δεν είναι του γούστου της.
Θα κάθεται σε πολυθρόνα μαγαζιού απολαμβάνοντας τα χάδια των τουριστών. Δικαίως. Είναι πολύ όμορφη, καλλονή. Μια θεϊκή διασταύρωση ακριβής ράτσας και γάτας δρόμου. Εχει πάλλευκα πόδια, κανελή κορμό και γκριζοπράσινα μάτια. Ξεχωρίζει όμως για το περπάτημά της. Βάδισμα γνήσιου αιλουροειδούς.
Χθες βράδυ η Ερατώ μάς βρήκε να συζητάμε. Δεν της δείχνουμε μεγάλη προσοχή. Ούτε «έλα κούκλα», ούτε «καλώς την πριγκιπέσα». Τα γλυκά νιαουρίσματά της σκεπάζονται από σχόλια για την πολιτική κατάσταση. Ενα ξένο νιαούρισμα ακούγεται από τα βάθη του σκοταδιού.
Αποφασίζει λοιπόν να μην ασχοληθεί άλλο μαζί μας. Μας ρίχνει ένα επιτιμητικό βλέμμα, σαν να λέει: «Μα με τι ασχολείστε καλοκαιριάτικα; Κοιτάξτε τον έναστρο ουρανό, το πανέμορφο φεγγάρι!» Κι έπειτα, με ένα μεγάλο άλμα, πηδά έξω από τον φράχτη, ανέμελη και ωραία βγαίνει στην καλοκαιρινή νύχτα για νέες περιπέτειες.
