Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην πολιτική θεωρία και πιο συγκεκριμένα στην κριτική πολιτική θεωρία, όταν μιλάμε για διάλογο, για συζήτηση και για διαβούλευση, αναφερόμαστε στη διατύπωση θέσεων και απόψεων επί συγκεκριμένου κοινωνικού προβλήματος και στην ανάπτυξη επιχειρηματολογίας, η οποία μπορεί να σταθεί ως ικανή να υποστηρίξει τις σχετικές ιδέες.

Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι αυτή η γενική πολιτική και επιστημολογική παραδοχή θα ισχύσει και για τον πολιτικό διάλογο που διεξάγεται εδώ και μήνες για το υπό ψήφιση νομοσχέδιο, το οποίο αναφέρεται στη διοίκηση και τη λειτουργία των Πανεπιστημίων.

Δυστυχώς, ελάχιστο χρονικό διάστημα πριν από την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου διαπιστώνουμε όλοι εμείς στην ακαδημαϊκή κοινότητα, δηλαδή οι καθηγητές των Πανεπιστημίων, οι φοιτητές και οι διοικητικοί υπάλληλοι, ότι δεν διεξάγεται κανένας πολιτικός διάλογος με απόψεις, θέσεις και επιχειρήματα.

Σύσσωμη η ακαδημαϊκή αντιπολίτευση αναφέρεται στον περιώνυμο «νόμο Διαμαντοπούλου», ο οποίος ήδη βρίσκεται στα «συρτάρια της ιστορίας» της πανεπιστημιακής πολιτικής!

Στο επίπεδο της διοικητικής λογικής ο νόμος αυτός απέτυχε. Το ίδιο ισχύει και για το επίπεδο της επιστημολογικής λογικής.

Οι αναγνώστες μας θα μου επιτρέψουν στο σημείο αυτό να αναφέρω προσωπικά εμπειρικά βιώματα: με βάση τον «νόμο Διαμαντοπούλου», με κλειστές και αδιαφανείς διαδικασίες, επί χρόνια «εκλέχτηκε» στη θέση του καθηγητή, ο μέγιστος τωρινός αριθμός των διδασκόντων.

Η προσωπική μου εξομολόγηση καταλήγει στο εξής: στο ακαδημαϊκό τμήμα μου συναντούσα συναδέλφους οι οποίοι μου έλεγαν: «Εγινα καθηγητής» και δεν μπορούσα να το πιστέψω. Η αδιαφάνεια στον υπερθετικό βαθμό!

Το υπό ψήφιση νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας θέτει όλα τα προβλήματα (διοικητικά και επιστημολογικά) σε άλλη εντελώς ριζοσπαστική λογική και βάση.

Θεωρώ ότι η δημόσια πολιτική παρέμβαση των συναδέλφων Γ. Στάμου και Δ. Ψύλλου αποτελεί πρότυπο διαβουλεύσεως για τα ζητήματα των Πανεπιστημίων (δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών», 12 Ιουλίου 2017).

Οι συνάδελφοι σε πέντε ενότητες (κεφάλαια) χαρτογραφούν τα προβλήματα της διοίκησης και της λειτουργίας των ελληνικών Πανεπιστημίων.

Υπενθυμίζω, ωστόσο, στους αναγνώστες μας, ότι δεν εκθέτω την κριτική θεωρητική μου θέση για το Πανεπιστήμιο εν γένει, αλλά επιχειρώ να σχολιάσω τον πολιτικό διάλογο που διεξάγεται (;) με αφορμή το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας, ενώ ταυτόχρονα διαπιστώνω ότι η ιδεολογική διαπάλη συσκοτίζει την καθαρή ματιά για τα ίδια τα πράγματα των Πανεπιστημίων μας.

Αυτή η επισήμανσή μου βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση της προτεινόμενης διοικητικής ηγεσίας των Πανεπιστημίων.

Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να κρύβουμε τις λέξεις πίσω από το νόημά τους. Στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο προτείνονται δύο επίπεδα δημοκρατίας.

Στην πρώτη φάση, πρυτάνεις και αντιπρυτάνεις εκλέγονται με ξεχωριστά ψηφοδέλτια, πράγμα που σημαίνει ότι εκφράζουν ως «αντιπροσωπευτικό πνεύμα» την ίδια την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Στη δεύτερη φάση, οι αντιπρόσωποι οι ίδιοι καλούνται να επιτελέσουν το κατεξοχήν έργο της πανεπιστημιακής πολιτικής μέσω των συνεννοήσεων, των διαβουλεύσεων και των επικοινωνιακών διαδικασιών.

Η ιδέα αυτή της αντιπροσώπευσης και της διαβούλευσης, στη συνέχεια, στη διοίκηση του Πανεπιστημίου, όχι μόνον καθιστά τα ίδια τα Πανεπιστήμια ορθολογικές οντότητες και λειτουργικούς μηχανισμούς, αλλά προ πάντων ανταποκρίνεται στην ίδια τη λογική της αυτονομίας του Πανεπιστημίου.

Θα διατυπώσω μία τελική παρατήρηση, την οποία θα ήθελα να έχουμε όλοι μας υπόψη μας.

Απευθύνεται και στον υπουργό Παιδείας και στους εκπροσώπους μας στο Κοινοβούλιο, αλλά προ πάντων προς τους πολίτες: Το Πανεπιστήμιο ως οντότητα δεν είναι δημόσια υπηρεσία, δεν είναι επιχείρηση, δεν είναι εργοστάσιο, δεν είναι καφενείο, δεν είναι … κ.λπ.

Και στην ερώτηση τι είναι; Είναι η κοινωνική σφαίρα (περιοχή) αυτοπροσδιορισμού της εκάστοτε κοινωνίας. Κατά συνέπεια, όλα τα ρυθμιστικά ζητήματα ακολουθούν τον διοικητικό δρόμο τους με βάση την ιδέα περί Πανεπιστημίου που «κατασκευάζει» η εκάστοτε κοινωνία και η εκάστοτε εποχή.

*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης