Ξυπνώντας απότομα, με ολοζώντανο ακόμα το όνειρο να στέκεται δίπλα του και να του κρατά το χέρι, κοίταξε το δωμάτιο που ήξερε καλά με άλλα μάτια.
Δηλαδή, τα έπιπλα δεν ήταν παλιά, ούτε ξεφτισμένα. Ηταν ολοκαίνουργια, μύριζαν λούστρο. Οι κουρτίνες έλαμπαν με χρώματα φρέσκα. Το χιλιοπατημένο χαλί ήταν απάτητο λιβάδι. Οι τοίχοι ολόλευκοι, χωρίς σημάδια.
Δίπλα του μια γυναίκα όμορφη, η γυναίκα του. Το δέρμα της δίχως ρυτίδες και τα μάτια της δίχως κούραση.
Μακριά μαλλιά τής σκέπαζαν τα στήθη, χαμόγελο όλο το πρόσωπό της. Δεν την ήξερε ακόμα καλά. Αυτό ένιωθε. Και λαχταρούσε ξανά να την γνωρίσει, από την αρχή. Κι όπως όλα τα έζησαν μαζί, πάλι να τα ξαναζήσει. Η ζωή δεν τέλειωνε, ξανάρχιζε.
Ξανάρχιζε στη Θεσσαλονίκη. Εκείνος πουλούσε φρούτα στην «Αγορά του Μοδιάνο» και εκείνη ήταν πωλήτρια στου «Λαμπρόπουλου».
Κάθε μεσημέρι, στο διάλειμμά της, σταματούσε μπροστά του κι έκανε ακριβώς την ίδια κίνηση. Απλωνε το χέρι της, έπαιρνε ένα μήλο τον χειμώνα κι ένα ροδάκινο το καλοκαίρι.
Δυο χρόνια γινόταν αυτή η δουλειά. Εκείνος δεν έβρισκε το κουράγιο, το θάρρος, να της χαρίσει το φρούτο. Δεχόταν σκυφτός τα χρήματα και την αποχαιρετούσε με ένα «καλησπέρα σας».
Μια Παρασκευή, που η ζωή έμοιαζε αβάσταχτη, κατάφερε να τη ρωτήσει το όνομά της. «Μαρία με λένε». Με το λίγο λίγο, άρχισαν οι πρώτες βόλτες. Από τότε έγιναν αχώριστοι σύντροφοι. Της πρόσφερε και του πρόσφερε πολλά.
Τα χρόνια πέρασαν, εκείνη «έφυγε», και εκείνος ξυπνά σήμερα μ’ αυτό το πρωινό όνειρο, μ’ ένα ανεξήγητο βάρος. Εκείνο το μήλο του χειμώνα και εκείνο το ροδάκινο του καλοκαιριού που δεν της χάρισε ποτέ.
Για τον χρόνο που άφησε τότε να περάσει. Το χέρι του τώρα, άδειο, χαϊδεύει με στοργή το διπλανό μαξιλάρι.
