Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να ’μαστε, την τελευταία μέρα του Ιουνίου, στον Κήπο του Μουσείου-Βιβλιοθήκη Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ, στο προάστιο Βαρειά της Μυτιλήνης. Ηταν το πρώτο κάλεσμα μετά την ανακαίνιση-επέκταση του Μουσείου. Αφορμή ήταν να γνωρίσουμε το νέο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Οταν το ρήμα γίνεται όνομα», να διαπιστώσουμε το σφρίγος της δημοτικής ποίησης, αλλά και να συνομιλήσουμε μαζί του.

Κάτω από τις αιωνόβιες ελιές συνευρέθησαν παλαιοί και νέοι φίλοι του συγγραφέα, μουσικοί, τραγουδιστές, χορευτές και ομιλητές.

Κάτι θα υποψιάστηκε ο Τεριάντ όταν προσέφερε το ελαιόκτημά του για να ανεγερθεί το Μουσείο πριν από σαράντα χρόνια, περίπου.

Ενα κτίσμα με λαϊκά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του νησιού, μέσα στην αιολική, μεσογειακή φύση, σ’ έναν ελαιώνα εκτός της πόλης. Γιατί Λέσβος σημαίνει ατελείωτοι ελαιώνες και πολιτισμική δημιουργία, όχι χρόνων αλλά χιλιετιών.

Από την ορθάνοιχτη πόρτα του ισογείου μάς παρατηρεί με μειλίχιο χαμόγελο ο Τεριάντ. Στο βλέμμα του διακρίνεις την ικανοποίηση και την ευχαρίστηση του οικοδεσπότη.

Σαν να μας λέει, κλείνοντας ελαφρά το μάτι: «Μπαγάσες, και πεθαμένος σάς μάζωξα στην αυλή μου».

Από τα παράθυρα του πάνω ορόφου ξεπροβάλλουν οι φίλοι του· ο Ματίς, ο Πικάσο, ο Σαγκάλ, ο Μιρό, ο Τζακομέτι, ο Λεζέ, φτιάχνουν προσχέδια για κατοπινά θέματα. Σίγουρα θα μας ζωγραφίσουν κάποτες.

Πιο ’κεί, μέσα στο δικό του σπίτι, ο Θεόφιλος. Εχει ανοιχτό το παμπάλαιο κασελάκι του και αραδιασμένες τις μπογιές του.

Σίγουρα θα σκάρωσε κάποια ζωγραφιά με λεπτομέρειες και με επιμήκη τίτλο, καταπώς συνήθιζε.

Οπως «Οι εντιμότατοι φίλοι του κ. Μπουκάλα, μετά των ομιλητών, μουσικών και χορευτών εν τω Κήπω του Μουσείου του ευπατρίδη κ. Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ. Εν Μυτιλήνη, τη 30ή Ιουνίου 2017».

Τα κλαριά των ελιών γίνηκαν τεράστιες κρησάρες, που φιλτράρουν και προφυλάσσουν τη γης από τη θέρμη του ήλιου.

Τέτοιο μέρος τού έπρεπε του Μουσείου και των καλλιτεχνημάτων που φυλάσσει. Μαζί ευεργετούμαστε κι εμείς. Δεχόμαστε στο πρόσωπο τις τελευταίες ασημένιες κοψιές της δύσης.

Μασουλάμε ξύλα ρίγανης και προσεγγίζουμε τη δημοτική ποίηση, τα δίστιχα αλλά και τα δεκαπεντασύλλαβα.

Κοινωνούμε σε αυθεντική ποίηση του ανώνυμου δημιουργού, αλλά πραγματικού ποιητή, έστω κι αν κάποιοι επιφυλάσσονται για αυτήν.

Τραγουδάμε, παίζουμε μουσικές και χορεύουμε μαζί με τον νιο:

«Ζωγράφε που ζωγράφιζες τον άγιο στην Αττάλεια

ζωγράφισε την αγαπώ μες στα δικά μου αγκάλια».

Να ’σαι καλά, Παντελή, που γίνηκες αφορμή για τούτη τη μυσταγωγία.

*συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας